Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Μια ζωή, μια μέρα



ΜΙΑ ΖΩΗ – ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θεατρικό έργο

ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ

Τα Πρόσωπα:

ΣΤΑΥΡΟΣ:

Ηλικιωμένος (84ων ετών;). Παλιός τρόφιμος των φυλακών και της εξορίας για πολιτικούς λόγους, που βλέπει τη ζωή του να φεύγει και το περιβάλλον γύρω του να αλλάζει με τέτοιους ρυθμούς, που είναι ανίκανος να προσαρμοστεί. Κατά βάθος πιστεύει ότι το κοινωνικό περιβάλλον θα πρέπει να προσαρμοστεί στις δίκες του ιδέες, διότι αλλιώς θεωρεί ότι όλη του η ζωή πήγε χαμένη.

Όταν η Αγγελική βρίσκεται στο σπίτι του, συνομιλεί μαζί της, ενώ όταν αυτή λείπει κατά τη συνήθειά του «μονολογεί», στην ουσία όμως συνομιλεί με τους θεατές.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ:

Νεαρή κοπέλα (25 ετών), με συγγενικό παρελθόν αριστερό, αλλά που γεννήθηκε και ζει σε μια εποχή που όλες οι αναφορές του Σταύρου στο αγωνιστικό παρελθόν, αν και δεν την αφήνουν αδιάφορη, εν τούτοις η εποχή εκείνη αποτελεί γι’ αυτήν άγνωστο και δυσκολονόητο παρελθόν.

Η Σκηνή:

Ένα δωμάτιο – σαλόνι τραπεζαρία, όπου στο βάθος διακρίνεται ένας φαρδύς διάδρομος με την εξώπορτα του σπιτιού στο βάθος.

Ο διάδρομος αποτελεί και ένα είδος χολ, που όμως δεν έχει πόρτα ή άλλου είδους διαχωριστικό στην επικοινωνία του με το σαλόνι.

Δεξιά διακρίνεται μια πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα, ενώ μια άλλη πόρτα στα αριστερά φαίνεται να οδηγεί σε κάποιο υπνοδωμάτιο.

Στα δεξιά και κοντά στην πόρτα της κουζίνας ένα μεγάλο τραπέζι της δεκαετίας του 60 με λιονταρίσια πόδια και με τέσσερις καρέκλες ίδιας κατασκευής.

Μια σιφονιέρα στον απέναντι τοίχο και δίπλα στο χολ. Πάνω στη σιφονιέρα και στο μέσο διακρίνεται μια σειρά βιβλίων, ενώ μπροστά από τα βιβλία και στο μέσον, ένα ραδιόφωνο τελεφούνγκεν της δεκαετίας του πενήντα.

Μια πάνινη παπουτσοθήκη ανοιχτή στα δεξιά του χολ, όπου διακρίνεται ένα παμπάλαιο ζευγάρι μπότες.

Πάνω απ’ την παπουτσοθήκη ένας μικρός πίνακας ανακοινώσεων με μερικά μεγάλα καρφιά δείχνει ότι χρησιμοποιείται σαν κρεμάστρα.

Ένα τραπεζάκι σερβιρίσματος με δυο πολυθρόνες, δεξιά κι αριστερά, ίδιας εποχής με τα υπόλοιπα έπιπλα και φθαρμένο ύφασμα απ’ την πολυκαιρία. Το σετ αυτό βρίσκεται στα δεξιά και κοντά στην πόρτα του υπνοδωματίου.

Στη βιτρίνα της σιφονιέρας μπορεί κανείς να διακρίνει διάφορα σκεύη, όπως πιατικά, ποτήρια και βάζα.

Στο μεγάλο τραπέζι ένα ανθοδοχείο στη μέση με ένα κόκκινο γαρίφαλο.

Στον δεξιό τοίχο μια μεγάλη ( μεγεθυσμένη ) φωτογραφία ενός άντρα λεπτού, με σγουρά μαλλιά και ευγενικό πρόσωπο που χαμογελάει.

Απέναντι ( δίπλα στη σιφονιέρα ) μια άλλη μεγάλη φωτογραφία μιας όμορφης λεπτής γυναίκας με λίγο στραβά χείλια που της προσδίδουν ένα κάπως ειρωνικό, αλλά συγχρόνως γοητευτικό ύφος.

Και οι δυο φωτογραφίες φαίνονται να είναι της δεκαετίας του 1940-50.

Δίπλα στην κάθε φωτογραφία κρέμονται κάποιες κορδέλες σε κόκκινο χρώμα, που καταλήγουν σε μπρούντζινα και μπακιρένια μετάλλια.

Απ’ το ραδιόφωνο ακούγεται ελληνική μουσική που διακόπτεται από τα σχόλια κάποιου παρουσιαστή που μεταδίδει επίκαιρες ειδήσεις. Εκείνη την ώρα μεταδίδει ότι η πορεία της που έχει οργανωθεί από τη ΓΣΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά ορισμένες ομάδες που παρεισέφρησαν στην ειρηνική πορεία, συγκρούονται με την αστυνομία η οποία κάνει εκτεταμένη χρήση χημικών.

Ο παρουσιαστής συμπληρώνει ότι η ΓΣΕΕ καλεί όλους τους εργαζόμενους να συμμετάσχουν στην μεγάλη απεργία και την πορεία που διοργανώνει την Πέμπτη και που αποτελεί το αποκορύφωμα των κινητοποιήσεων ενάντια στις κυβερνητικές αποφάσεις σε σχέση με τις ρυθμίσεις στο ασφαλιστικό.

Το Έργο

Η εξώπορτα στο βάθος του χολ ανοίγει κι ένας άντρας με ασταθές βήμα μπαίνει προσεκτικά

Από το ραδιόφωνα ακούγεται ελληνική μουσική..

Φοράει μια παμπάλαια καμπαρτίνα που φτάνει σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους του, εκεί όπου διακρίνονται οι άκρες του επίσης παμπάλαιου, από χασέ παντελονιού του, που τα μπατζάκια φτάνουν κι αυτά μέχρι τους αστραγάλους του.

Είναι αδύνατος και αρκετά ψηλός για τη γενιά του. Είναι φαλακρός με σγουρά άσπρα μαλλιά στο πλάι, κολλημένα με κάποιο είδος μπριγιαντίνης.

Βγάζει με αργές κινήσεις την καμπαρτίνα και την κρεμάει σε ένα από τα καρφιά του πίνακα ανακοινώσεων.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Μεγαλόσωμος ήταν ο μακαρίτης, γελάει.

Κοιτάζει τα μπατζάκια του κάνοντας έναν χαρούμενο μορφασμό.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Κι αυτός ήταν μικρόσωμος ο φουκαράς.

Μένει με το σακάκι που είναι ακριβώς επάνω του.

Από το ραδιόφωνο ακούγεται το τραγούδι «κόκκινο γαρίφαλο». Ο Σταύρος δείχνει ξαφνικά εύρωστος και ενθουσιασμένος. Τραγουδάει με δυνατή φωνή συνοδεύοντος τον Πάριο.

Κόκκινο γαρίφαλο… Κόκκινο γαρίφαλο…

Κατ’ απ’ το πουκάμισο στο μέρος της καρδιάς.

Κόκκινο γαρίφαλο…. Κόκκινο γαρίφαλο…

Κατ’ από το στήθος σου,

Ελπίδες να κρατάς.

«Ελπίδες να κρατάς», επαναλαμβάνει δυνατά σηκώνοντας τη δεξιά γροθιά του.

(Περιμένει να τελειώσει το τραγούδι, ακούγοντάς το προσεκτικά. Είναι συνεπαρμένος. Δείχνει χαρούμενος και ευτυχισμένος. Γελάει. Βλέπει ξαφνικά το μικρό ανθοδοχείο με το γαρίφαλο στο τραπέζι)

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μονολογεί). Η Αγγελική ήρθε όσο έλειπα και μου άφησε αυτό το όμορφο λουλούδι που ξέρει πόση σημασία έχει για μένα και μου θυμίζει τον Μπελογιάννη, που τόσο άδικα τον εκτέλεσε η αντίδραση.

(Κάνει μια κίνηση με το χέρι του σαν να θέλει να διώξει τις παλιές και θλιβερές αυτές αναμνήσεις. Συνεχίζει τον μονόλογό του).

…..Αυτός ο περιπτεράς ο Λουκάς έχει χάσει τον προσανατολισμό του ο βλάκας. Τόσα χρόνια τώρα το κόμμα είναι νόμιμο κι αυτός διπλώνει ακόμα τον ριζοσπάστη στα οκτώ για να στον δώσει.

(Κουνάει το χέρι του σα να λέει, άστα να πάνε)…..Με πιέζει μάλιστα να κρύψω την εφημερίδα στον κόρφο μου, γιατί λέει ποτέ δεν ξέρεις από πού ξεφυτρώνουν οι χαφιέδες της ασφάλειας.

(Κλείνει προσεκτικά την πόρτα χωρίς να την κλειδώσει και προχωρεί προσεκτικά και με κάπως ασταθή βηματισμό, προς την δεξιά πολυθρόνα. Κάθεται, κουνιέται λίγο δεξιά - αριστερά και χαμογελάει).

…….Με τρία κουνήματα βρίσκω ακριβώς τη γούβα της πολυθρόνας.

(Ξεκουμπώνει ένα κουμπί απ’ το πουκάμισο του και βγάζει απ’ τον κόρφο του μια πολυδιπλωμένη εφημερίδα. Βγάζει απ’ το τσεπάκι του σακακιού του ένα ζευγάρι μισά γυαλιά, ανοίγει προσεκτικά την εφημερίδα και διαβάζει δυνατά).

…… Ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος για την αυριανή πάνδημη απεργία του εργαζόμενου λαού ενάντια στην καταπίεση, τα εξευτελιστικά μεροκάματα και την ανεργία….

(Ακούγεται η εξώπορτα που χτυπάει και αμέσως ανοίγει με θόρυβο). Μια κοπέλα εικοσιπέντε περίπου χρονών ορμάει παραπατώντας με μισόκλειστα μάτια και τρέχει στην πόρτα της κουζίνας).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Τι τρέχει Αγγελική μου;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (ανοίγοντας την πόρτα της κουζίνας) Να πλύνω πρώτα τα μάτια μου εδώ στη βρύση της κουζίνας κυρ Σταύρο και τα λέμε.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν επιδέξιους κώλους, έλεγε η μάνα μου. Αν είναι να συμμετέχεις σε διαδηλώσεις θα πρέπει να έχεις και το κουράγιο ν’ αντιμετωπίσεις τις δυνάμεις καταστολής, όπως τις λένε και που είναι ίδιες σ’ όλο τον κόσμο και σ’ όλες τις εποχές.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (βγαίνει απ’ την κουζίνα τρίβοντας τα μάτια της). Πες και κάτι καινούριο κυρ Σταύρο. Όλο τα ίδια μου λες. Αν καθίσω εδώ κοντά σου τώρα, θ’ αρχίσεις τις ιστορίες του αγώνα που τις έχω ακούσει δεκάδες φορές.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Α…! Ώστε έτσι λοιπόν. Βαρέθηκες ν’ ακούς τα ίδια και τα ίδια από μένα. Σίγουρα ο πατέρας σου που άλλαξε στρατόπεδο και φίλους θα σου λέει κάθε μέρα διαφορετικά πράγματα. Σίγουρα θα σου είπε και πως έγινε από κομμουνιστής, βουλευτής και υπουργός της σημερινής αντιδραστικής κυβέρνησης.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (χαμογελάει). Πάλι τα ίδια κυρ Σταύρο. Τα έχουμε πει δεκάδες φορές. Η κυβέρνηση αυτή μπορεί να είναι αστική και όπως λες αντιδραστική, όμως ο πατέρας μου δεν είναι καθόλου αντιδραστικός. (Φέρνει αργά ένα γύρο το τραπέζι και γονατίζει μπροστά του κοιτώντας τον στα μάτια). Ο πατέρας μου είναι αριστερός, όπως ήταν ακριβώς και πριν.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Προστατευτικά). Τα μάτια σου είναι κατακόκκινα κορίτσι μου. Βαλε γυαλιά ήλιου να μην φαίνονται. Όσον άφορά τον πατέρα σου, (μιλάει τώρα επιτιμητικά), πρέπει να σου πω ότι πάντα τον συμπαθούσα και τον εκτιμούσα ιδιαίτερα, όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά διότι είναι γιος του ποιο αγαπημένου και αδικοχαμένου φίλου των νιάτων μου. Εσύ τον παππού σου δεν τον γνώρισες, πάρα μόνο από φωτογραφίες.

(Ασυναίσθητα η Αγγελική γυρίζει το κεφάλι της και κοιτάζει με θλιμμένο ύφος τη φωτογραφία του άντρα στον τοίχο αριστερά)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο πατέρας μου αποφεύγει χρόνια τώρα να μου μιλήσει για τον παππού μου. «Δεν ήρθε η ώρα ακόμη», λέει. «Τις ιδέες του όμως δεν τις πρόδωσα και δεν θα τις προδώσω ποτέ».

Τον ρώτησα φυσικά πως είναι δυνατόν να υπηρετεί αυτή την κυβέρνηση και μου απάντησε ότι οι ιδέες δεν πρέπει και δεν μπορεί να μην προσαρμόζονται στις εποχές που αλλάζουν και που αλλάζουν και τις σχέσεις των ανθρώπων.

«Στη χώρα μας σήμερα», είπε, «χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή αλλαγή». Φυσικά λέει να σου δώσω χαιρετίσματα, ότι καμιά επανάσταση κυρ Σταύρο δεν μπορεί να γίνει σήμερα. Μόνο αλλαγές στο υπάρχον σύστημα προς όφελος των κοινωνικά ασθενέστερων. Αν δεν μπορεί να γίνει μια τόσο μεγάλη αλλαγή, (ανοίγει τις παλάμες της σε μια απόσταση μισού περίπου μέτρου), τότε έστω να κάνουμε μια τόση αλλαγή, (φέρνει τις παλάμες της πολύ ποιο κοντά).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Ίσως να έχει και κάποιο δίκαιο Αγγελική. Εσύ πάντως τον πιστεύεις.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Τον πιστεύω απόλυτα κυρ Σταύρο. Ο μπαμπακούλης μου είναι τίμιος και ηθικός άνθρωπος. Είναι αριστερός και είμαι σίγουρη ότι μια μέρα το έργο του θα αναγνωριστεί.

(Τρέχει προς την εξώπορτα και πριν ανοίξει γυρίζει το κεφάλι της. Το χαμογελαστό της πρόσωπο λάμπει από νιάτα και ζωή). Η μαμά έκανε κεφτεδάκια με σάλτσα και κριθαράκι που σου αρέσουν κυρ Σταύρο. Πάω να σου φέρω να φας. (βγαίνει αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα και εξαφανίζεται στον διάδρομο).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μονολογεί). Κανονικός οικότροφος έγινα. Ας είναι καλά οι άνθρωποι που με τρατάρουν ένα πιάτο φαγητό, γιατί με την σύνταξη σαν αντιστασιακός που παίρνω, δεν θα μπορούσα να τρώω ούτε χαρούπια καθημερινά…. Χαρούπια είπα... Που τα θυμήθηκες ρε Σταύρο. Ξυλοκέρατα τα έλεγε ο πατέρας μου και τα τρώγαμε για φρούτα. Για φαντάσου!! Στη χώρα που τα φρούτα τα πετάνε. (αναστενάζει)…. Μικρός ήμουν τότε και δεν έδινα σημασία, αλλά ακόμη και μέχρι πρόσφατα νόμιζα ότι τα ξυλοκέρατα ήταν φρούτα, ώσπου άκουσα στο ραδιόφωνο ότι είναι ζωοτροφή….. Με ζωοτροφές μεγαλώσαμε, (γελάει)… παρ όλα αυτά καταφέραμε να φτάσουμε τα ογδόντα τέσσερα με όλες τις κακουχίες, τις φυλακές και τις εξορίες που περάσαμε.

(Από το ραδιόφωνο ακούγεται ένα ξένο τραγούδι Μπαίνει η Αγγελική που πιάνει το ρυθμό και το σιγοτραγουδάει. Κρατάει δυο πιάτα και με το πόδι της σπρώχνει την πόρτα που κλείνει)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Ορίστε τα κεφτεδάκια σου που συνοδεύονται με κριθαράκι, ορίστε και η σαλάτα σου κουνουπίδι. (γελάει). Πρέπει να σε προσέχουμε κυρ Σταύρο μου, διότι τώρα εσύ ανήκεις στις αντίκες. Όπως ακριβώς οι αντίκες έτσι και συ μας θυμίζεις κάτι παλιό και σημαντικό.

ΣΤΑΥΡΟΣ (γελάει κι αυτός. Σηκώνεται και πάει προς το ραδιόφωνο που το δείχνει με το δάχτυλό του). Σαν το ραδιόφωνό μου να πούμε. Το ακούς πως παίζει ακόμη το άτιμο; Τελεφούνγκεν αγορασμένο απ’ τον πατέρα μου το 1953, αν θυμάμαι καλά. Από τότε δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα. Όλο το διάστημα που ήμουν στις φυλακές και τις εξορίες το είχα αφήσει σε μια γειτόνισσα μετά τον θάνατο της αδελφής μου, που ήταν δέκα ολόκληρα χρόνια μικρότερη από μένα. Η γειτόνισσα αυτή είχε το κουσούρι να το αφήνει ανοιχτό εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και που γι’ αυτόν το λόγο καυγάδιζε καθημερινά με τον άντρα της και που στο τέλος τη χώρισε. Έχει κι αυτό το ραδιόφωνο την τραγική του ιστορία. Λες κι έφερε το θανατικό μαζί του στο σπίτι μας και με ξεκλήρισε τελείως. Η καημένη η αδελφούλα μου πέθανε δυο μόλις χρόνια μετά. Μ’ αγαπούσε όσο δε φαντάζεσαι, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να ζήσει μετά την απελευθέρωσή μου, διότι πέθανε το 1955 από μια μολυσματική αρρώστια που λέγεται άνθρακας …. Πρέπει Αγγελικούλα να μου επιτρέψεις να λοξοδρομήσω λίγο στην κουβέντα μου, διότι όταν φέρνω στο νου μου τον άδικο χαμό της αδελφής μου σφίγγει η ψυχή μου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Συγκατανεύει με μια καταφατική κίνηση του κεφαλιού της). Εντάξει κυρ Σταύρο μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει με σπασμένη απ΄τη συγκίνηση φωνή).Την αρρώστια αυτή που έστειλε στον τάφο την αδελφή μου, την είχε την ίδια εποχή και μια ηλικιωμένη γειτόνισά μας και μάλιστα όπως μου είπε η μάνα μου είχε βγάλει μια μαύρη φουσκάλα στο αριστερό της μπράτσο.

Η κόρη της, που ήταν δασκάλα, είχε ακούσει για κάποιες θαυματουργές ενέσεις που μπορούσε κανείς να τις προμηθευτεί στην Αθήνα, διότι στο δικό μας τόπο δεν υπήρχαν.

Έγραψε λοιπόν η κόρη της σε κάποιους συγγενείς που είχε εκεί κάτω στην πρωτεύουσα και της έστειλαν αυτές τις ενέσεις – έξη τον αριθμό – που δεν ήταν άλλες απ’ τη γνωστή μας πενικιλίνη. Η γυναίκα σώθηκε.

(Δάκρυα κυλούν απ’ τα μάτια του στη μνήμη της αδελφής του, Συνεχίζει με την ίδια σπασμένη από συγκίνηση φωνή).

Αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας της πενικιλίνης ο Φλέμινγκ, την ανακάλυψε το 1928 και χρησιμοποιήθηκε εντατικά στον δεύτερο πόλεμο… Στην Καβάλα όμως δεν είχε φτάσει το 1955.

(Σκουπίζει τα μάτια του με το μανίκι του σακακιού του, αναστενάζει και κάθεται στην πολυθρόνα του).

Ας μη σε στεναχωρώ κορίτσι μου με λυπητερές ιστορίες …. Αν έχεις όμως χρόνο Αγγελικούλα, κάθισε να σου πω την ιστορία αυτού του ραδιοφώνου, όπως μου την αφηγήθηκε η αδελφούλα μου την πρώτη και μοναδική φορά που ήρθε μαζί με τη μάνα μου να με επισκεφτεί στη φυλακή. Μ’ αυτά που σου είπα για την αρρώστια της αδελφής μου και με την ιστορία του ραδιοφώνου, θα μπεις και λίγο στο πνεύμα της καταραμένης εκείνης εποχής. (Ανακάθεται στην πολυθρόνα του και συνεχίζει).

Όπως λοιπόν πολύ καλά ξέρεις, η ιδιαίτερη πατρίδα μου είναι η Καβάλα, που ήταν η ποιο σημαντική καπνούπολη της χωράς.

Κάπου λοιπόν κατά το 1953, ξέρεις ότι έχω πρόβλημα με τις ημερομηνίες, το επάγγελμα του καπνεργάτη αποφάσισε η τότε κυβέρνηση, από κλειστό επάγγελμα που ήταν, να γίνει ανοιχτό και να μπορεί να εργαστεί σαν καπνεργάτης οποιοσδήποτε, έστω κι αν δεν είχε δει ούτε φύλο καπνό στη ζωή του.

Έγιναν μεγάλες κινητοποιήσεις και απεργίες, καταλήψεις στα καπνομάγαζα, επεμβάσεις της αστυνομίας και πολλές συλλήψεις και καταδίκες.

(Ξεφυσάει στενοχωρημένα στις αναμνήσεις). Τέλος πάντων. Αυτά δεν έχουν σχέση με το ραδιόφωνο….. Άμεσα τουλάχιστον. Έμεσα όμως ναι.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει). Πάντα έτσι αφηγείσαι κυρ Σταύρο. (Τραβάει μια καρεκλά απ’ την τραπεζαρία και κάθεται απέναντί του). Σα να λέμε ξεκινάς από Θεσσαλονίκη για Κοζάνη και πας μέσω Λάρισας. (σηκώνει τους ώμους της σε μια κίνηση ανοχής και αδιαφορίας για τον τρόπο του)…Μπορώ πάντως να παραδεχτώ ότι ο τρόπος αυτός αν και πολυλογάδικος μ’ αρέσει. Στο τέλος (γελάει), ξεχνώ από πού ξεκίνησες και ποιο είναι το θέμα μας.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Παραμυθά μ’ έλεγε η μάνα μου... Όταν άρχιζα μια ιστορία, κανείς δεν ήξερε ούτε πως θα τελειώσει, αλλά ούτε και πότε…. Ξέχασα τώρα ακόμα και για ποιο πράγμα μιλούσαμε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Την ιστορία του Τελεφούνγκεν. Το 1953 ή εκεί περίπου που το καπνεργατικό επάγγελμα είχε γίνει ελεύθερο…

ΣΤΑΥΡΟΣ. Α… Ναι, ναι. Λοιπόν η κυβέρνηση τότε αποφάσισε - για να χρυσώσει το χάπι και να σταματήσουν οι έντονες αντιδράσεις του κόσμου, να καταβληθεί, απ’ το κράτος και τους καπνέμπορους μια αποζημίωση, όμως οι καπνεργάτες θα μπορούσαν να δουλέψουν και πάλι στα καπνά, με τη διαφορά ότι η ασφάλεια που ένοιωθαν μέχρι τότε, πήγαινε περίπατο που λέμε.

Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα αργότερα, διότι εκεί που δούλευαν οι άνθρωποι όλο το χρόνο, σιγά σιγά έφτασαν στους εννέα μήνες, στους επτά, στους έξη…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Πάλι ξέφυγες απ’ το θέμα σου κυρ Σταύρο… Για το ραδιόφωνο θα μου πεις σήμερα, ή να κλείσουμε μια άλλη μέρα ραντεβού (γελάει) για να πιούμε καμιά δεκαριά καφέδες ώσπου να φτάσουμε στο τέλος της ιστορίας;… Και μια και είπα για καφέ να κάνω δυο καφεδάκια να πιούμε μια και δεν έχω μαθήματα σήμερα και έχω όσο χρόνο χρειάζεται… ακόμα και για τις δικές σου αφηγήσεις.

ΣΤΑΥΡΟΣ…. Μπράβο κοπέλα μου. Δεν πεινάω ακόμη για να φάω. Θα κρατήσω τα ωραία κεφτεδάκια της μάνας σου για το βραδύ… Μια και πας όμως στην κουζίνα για τους καφέδες, βάλε και το φαγητό στο ψυγείο… Βάλε στον δικό μου καφέ δυο μεγάλες δόσεις ζάχαρη.. κι ας βράσει λίγο. Γλυκύς βραστός που λέμε.

(Η Αγγελική πετάγεται πάνω με χάρη και με τη σβελτάδα των νιάτων της).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Σε πέντε λεπτά είναι έτοιμα τα καφεδάκια… Εσύ μόνο προσπάθησε να μη ξεχάσεις το θέμα μας. (Μπαίνει στην κουζίνα ενώ πίσω της ακούγεται η φωνή του Σταύρου)

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Δυνατά). Φέρε και την κανάτα με το νερό που έχω στο ψυγείο μαζί με ποτήρια. Ο καφές πρέπει πάντα να συνοδεύεται με νερό. ( μουρμουρίζει). Δεν σασίρντισα δηλαδή κιόλας. (Ανακάθεται στην πολυθρόνα του που φαίνεται ότι σε κάτι τον ενοχλεί. Σηκώνεται και σκύβει για να δει καλύτερα)…. Καλώς τα μάτια μου τα δυο που τα περίμενα εδώ και μέρες. Ένα ελατήριο τα έφτυσε και τρύπησε το ύφασμα. (Πασπατεύει τον πισινό του). Ευτυχώς δεν τρύπησε το παντελόνι μου.

(Μπαίνει απ’ την κουζίνα η Αγγελική κρατώντας δυο φλιτζανάκια του καφέ με τα πιατάκια τους. Αφήνει τον έναν καφέ στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στον Σταύρο και έναν στο μεγάλο τραπέζι εκεί που κάθεται η ίδια. Γυρίζει πίσω στην κουζίνα και επιστρέφει με μια κανάτα γεμάτη νερό και δυο άδεια ποτήρια που τα τοποθετεί δίπλα στους καφέδες. Ξαφνικά προσέχει ότι είναι σκυμμένος πάνω απ’ την πολυθρόνα και με το χέρι στον πισινό του. Ξεκαρδίζεται στα γέλια).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Κάνεις γνωριμία με την πολυθρόνα σου σήμερα κυρ Σταύρο, ή μήπως προσπαθείς να την πείσεις να αποδεχτεί τον πισινό σου;

ΣΤΑΥΡΟΣ. Γελάς εσύ βέβαια, αλλά δεν ξέρεις ότι ένα ελατήριο που ξεχαρβαλώθηκε μου τρύπησε τον κώλο, χωρίς ευτυχώς να μου σκίσει το παντελόνι.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. …Κάθισε τότε στην άλλη.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Αναγκαστικά, αν και δεν με βολεύει. Ο κώλος μου έμαθε σ’ αυτήν εδώ και μάλιστα έκανε μια γούβα στο σχήμα του. (Κάθεται στη άλλη πολυθρόνα και δείχνει δυσαρεστημένος. Κουνιέται έντονα δεξιά – αριστερά). Ξέρεις Αγγελική μου τι είναι ο ιδρυματισμός;… Ε…. Λοιπόν ο κώλος μου πάσχει από ιδρυματισμό. Εμένα αυτό το πολύ σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο μου το εξήγησε ένας ψυχίατρος με τον οποίο ένα διάστημα μοιραζόμασταν την ίδια σκηνή στη Μακρόνησο. Έλεγε λοιπόν…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Ψεύτικα αγανακτισμένη)…Για το ραδιόφωνο λέγαμε κυρ Σταύρο. Για τον Ιδρυματισμό να μου πεις μετά…

ΣΤΑΥΡΟΣ. Συγγνώμη κορίτσι μου… Παραμυθάς με τα όλα του είμαι. (σκέπτεται μερικές στιγμές για να συγκεντρωθεί)…Για το ραδιόφωνο λοιπόν που λέγαμε ο πατέρας μου πήρε εκείνη την αποζημίωση και σαν καλός νοικοκύρης εκείνης της εποχής, έτρεξε σε έναν σαράφη και έκανε όλα τα λεφτά χρυσές λίρες …Μεγάλο καημό το είχε ο φουκαράς που άκουγε όλο τον κόσμο εκείνη την εποχή να μιλάει για λίρες. Όσοι είχαν περίσσια χρήματα τα έκαναν χρυσές, που ήταν ένα είδος σίγουρης αποταμίευσης ….Στην κατοχή μάλιστα και ιδιαίτερα κατά τον εμφύλιο, οι λίρες έπαιξαν σπουδαίο ρόλο και έσωσαν αμέτρητες ζωές, διότι τα λαδώματα των δικαστών, της αστυνομίας και όσων αποφάσιζαν για τις εκτελέσεις γίνονταν με λίρες…. Άλλος κόστιζε να πούμε εκατό λίρες, άλλος πεντακόσιες, άλλος χίλιες και…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει και πάλι)….Πίνοντας τον καφέ μου μου ξέφυγες και πάλι. Αυτά για τις λίρες μπορούμε να τα πούμε μετά τον… ιδρυματισμό. (Κάνει κινήσεις με τα χέρια της δείχνοντας ότι έχουν μαζευτεί πολλά θέματα)…Το ραδιόφωνο έχει τώρα σειρά …

ΣΤΑΥΡΟΣ…. Σωστά …Το ραδιόφωνο…(Συγκεντρώνεται και πάλι μερικές στιγμές)…Που είχαμε μείνει;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. …Ο πατέρας σου πήγε σε κάποιον …πως τον είπες και μετέτρεψε τα χρήματα της αποζημίωσης σε λίρες.

ΣΤΑΥΡΟΣ….Α… Ναι… Ναι… Στον σαράφη. Είναι ο αργυραμοιβός, όπως λέγεται επίσημα. Ξέρεις ποιος είναι ο Αργυραμοιβός;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κουνάει καταφατικά το κεφάλι της και γελάει). Ξέρω… Αυτός που αλλάζει τα χάρτινα λεφτά σε λίρες.

ΣΤΑΥΡΟΣ, (Την κοιτάζει ύποπτα)…Αν ξέρεις να μου τρυπήσεις τη μύτη …Σαν εκείνον στην εξορία που όλα τα ήξερε και….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δείχνει αγανακτισμένη)…Πρέπει να πάρω χαρτί και μολύβι να σημειώνω τα θέματα που έχουμε να κουβεντιάσουμε μέχρι αργά το απόγευμα.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Αφού είναι έτσι κορίτσι μου και έχεις τόσο χρόνο, γιατί με βασανίζεις; …Είναι κι αυτή η πολυθρόνα που δεν με βολεύει καθόλου… Τέλος πάντων για το ραδιόφωνο που λέγαμε ο πατέρας μου…..

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σηκώνει τα χέρια της σα σε επίκληση του θεού). …Επιτέλους συνεχίζουμε με δική σου πρωτοβουλία.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το κεφάλι του πεισματωμένα. Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα του κι αρχίζει να φέρνει βόλτες γύρω απ’ την τραπεζαρία. Κάπου κάπου πλησιάζει στη σιφονιέρα και χαϊδεύει το ραδιόφωνο. Αρχίζει να αφηγείται συνεχίζοντας τις βόλτες του και χειρονομώντας πότε ζωηρά και πότε συγκρατημένα, ανάλογα με την ένταση των αναμνήσεών του. Η Αγγελική γυρίζει διαρκώς το κεφάλι της ακολουθώντας τον για να μην χάσει ούτε λέξη απ’ τα λεγόμενά του, αλλά ούτε και την παραμικρή του κίνηση και γκριμάτσα).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει). Στο χαρτί που θα σημειώνεις όπως είπες τις επόμενες αφηγήσεις μου, να σημειώσεις να σου πω και την ιστορία του παππού σου, που ποτέ δεν με διέκοπτε και με άφηνε να διαλέγω τον δικό μου τρόπο και τη δική μου σειρά της κουβέντας. Εκείνος ήταν τρομερά λιγόλογος και διασκέδαζε με τη δική μου πολυλογία ….και για να μη νομίζεις ότι τα έχω χαμένα, συνεχίζω για το ραδιόφωνο από κει που σταμάτησα …Έκανε λοιπόν τις λίρες ο πατέρας μου και γύρισε το βραδύ χαρούμενος στο σπίτι. Η μάνα μας τον περίμενε πως και πως.

«Έκανες τις λίρες Γιάννη μου;», τον ρώτησε.

«Ναι» απάντησε εκείνος και έβγαλε απ’ τη τσέπη του σακακιού του ένα μικρό μασουράκι με περιτύλιγμα από κάποιο σκληρό χαρτί, όπως συνηθίζονταν να τυλίγουν οι σαράφηδες τις λίρες. «Πάρτες και φύλαξέ τες για ώρα ανάγκης»

«Όλα τα λεφτά;» ρώτησε η μάνα μου.

«Όλα φυσικά» απάντησε εκείνος.

Η μάνα μου μούτρωσε.

«Έπρεπε βρε χριστιανέ μου να κρατήσεις λίγα χρήματα για να αγοράσουμε ένα σαλονάκι που είδα σε σχέδιο στου Λευτέρη του μαραγκού, που μας έκανε την ντουλάπα όταν παντρευτήκαμε. Καλός επιπλοποιός και φτηνός.

Ο πατέρας μου την κοίταξε λοξά.

«Κάτι έχεις στο ξερό σου το κεφάλι εσύ γυναίκα και το πας γύρω γύρω»

«Ένας άνθρωπος Γιάννη μου άμα χτυπήσει την πόρτα και μπει στο σπίτι μας, δεν έχουμε ούτε μια καρεκλά της προκοπής να καθίσει κι ένα τραπεζάκι να τον τρατάρουμε το κάτι τις»

«…Α… Εσύ γυναίκα θέλεις και καρέκλες δηλαδή».

«Ο άνθρωπος δηλαδή που θα περάσει το κατώφλι μας», έκανε την αγανακτισμένη εκείνη, «όρθιος σα το άλογο θα στέκεται;»

«Όχι …έκανε ο πατέρας μου ειρωνικά. Να κάτσει σε καλή καρεκλά, να τον τρατάρουμε κι ένα ουζάκι, να τον ρωτήσουμε για την καλή του υγεία, αλλά πριν απ’ όλα να μου πεις πόσο θα μας κοστίσει αυτή η επίσκεψη».

«Ούτε είκοσι λίρες καλά καλά Γιάννη μου. Είκοσι ζήτησε ο Λευτέρης, αλλά το έκλεισα με δεκαοκτώ».

«Το συμφώνησες δηλαδή κιόλας», θύμωσε ο πατέρας μου. «Τι με πιλατεύεις τότε τόση ώρα; Εξήντα είναι όλες κι όλες οι λίρες αν δώσουμε δεκαοκτώ μας μένουν σαράντα δυο»

«Σαράντα», είπε μουδιασμένη η μάνα μου. «Είπα να πάρω και ένα βάζο για το καινούριο μας τραπεζάκι και τέσσερα μαξιλαράκια για τις καρέκλες που τις είδα στην αγορά και μ’ άρεσαν πάρα πολύ». Έδειξε για λίγο σκεπτική και συνέχισε αφήνοντας κι ένα δάκρυ όπως συνήθιζε για να….. ζεστάνει κάπως το θέμα.

«Αυτά όμως Γιάννη μου δεν μπορούν να πληρωθούν με λίρες, αλλά με δραχμές. Η κυβέρνηση όπως ξέρεις απαγορεύει τις συναλλαγές σε λίρες και ξένο συνάλλαγμα».

«Αυτό είναι εύκολο», γέλασε κοροϊδευτικά ο πατέρας μου. «Στον σαράφη που έκανα τις λίρες, πάω αύριο και χαλάω τις είκοσι. Τι διάολο. Τώρα μάθαμε πως κάνουν τις λίρες, να μάθουμε και πως τις χαλάνε».

Πήγε λοιπόν την άλλη μέρα και γύρισε πάλι το βραδύ στο σπίτι με τις δραχμές.

Η μάνα μου τον κοίταξε μουτρωμένη όπως κάθε φορά που ζητούσε κάτι δύσκολο.

«Άμα πω κάτι που το έχω εδώ μπροστά στη γλώσσα μου, θα με αποπάρεις Γιάννη μου;»

«Κατάλαβα» είπε ξεφυσώντας εκείνος. «Μάλλον δεν σου φτάνουν αυτά τα λεφτά».

«Φτάνουν και παραφτάνουν καλέ. Όσα ζήτησα τόσα μου έφερες να’σαι καλά άντρα μου… Κάθισε να σε βάλω να φας και να μου πεις πως πέρασες τη μέρα σου στη δουλειά».

«Όπως κάθε μέρα γυναίκα. Κούραση κι άγιος ο θεός που λέμε. Δεν βλέπω την ώρα να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου».

Η μάνα μου κούνησε το χέρι της γελώντας.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Περίμενε λίγο κυρ Σταύρο να πλύνω το στόμα μου που είναι γεμάτο κατακάθια του καφέ. Πολύ ωραία ιστορία και αδημονώ να ακούσω το τέλος της. Σταμάτα όμως να γυρνάς σα τη σβούρα διότι κοντεύει να μου στραμπουλιχτεί ο λαιμός να γυρίζω συνέχεια το κεφάλι μου.

(Τρέχει στην κουζίνα).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μονολογεί. Ενώ από την κανάτα βάζει νερό στο ποτήρι και πίνει μια μικρή γουλιά). Α… Τώρα σ’ άρεσε η πολυλογία μου μαϊμού. Τώρα να δεις που θα το τραβήξω μέχρι να σου βγάλω την ψυχή.

( Η Αγγελική επιστρέφει και κάθεται στη θέση της).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Λοιπόν…. Λοιπόν…

ΣΤΑΥΡΟΣ. «Που να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς βρε άντρα μου;» έσταξε πίκρα η μάνα μας. «Σ’ αυτό το κρεβάτι όπως κατάντησε και πάρα τις φιλότιμες προσπάθειες που κάνεις να το διορθώνεις κάθε τόσο, ο σουμιές του έχει τέτοια χάλια, που κουράζεται κανείς όταν ξαπλώνει πάρα ξεκουράζεται».

Ο πατέρας κατάλαβε αμέσως.

«Πες γρήγορα πόσο κοστίζει το κρεβάτι που έχεις βάλει στο ξερό σου το κεφάλι».

«Μόνο δεκαπέντε λίρες», έκανε κατά το συνήθειο της μουδιασμένα η μάνα μας. «Το είδα στον κυρ Θόδωρο εκεί δίπλα στον παπλωματά. Μ’ άφησε μάλιστα να ξαπλώσω κιόλας, για να καταλάβω την αξία του. Τι να σου πω Γιάννη μου. Αν ξαπλώσεις σε τέτοιο κρεβάτι, όλοι οι πόνοι που έχεις στη μέση και την πλάτη σου θα εξαφανιστούν αμέσως. Ούτε δεκαπέντε λίρες δεν θα μας κοστίσει προκειμένου να έχουμε την υγεία μας».

«Μόνη σου ξάπλωσες να δοκιμάσεις το κρεβάτι ή ξάπλωσε κι ο Θόδωρος μαζί σου», αστειεύτηκε ο πατέρας.

«Α ….Να χαθείς βρομόστομε… Τέτοια λόγια μπροστά στο κορίτσι μας».

«Τέλος πάντων» ξεφύσηξε στενοχωρημένος ο πατέρας. «Να το πάρουμε κι αυτό το κρεβάτι και τι είδαμε τι καταλάβαμε. Από τις εξήντα λίρες θα μας μείνουν είκοσι πέντε ώσπου να θυμηθείς και κάτι ακόμα απ’ τα χιλιάδες πράγματα που μας λείπουν και που αυτά που ζητάς ν’ αγοράσουμε δεν είναι πάρα μια βιτρίνα στην κακή μας τη φτώχεια».

Την άλλη μέρα λοιπόν μετά τη δουλειά του, Σαββατόβραδο ήταν, έδωσε ραντεβού με τη μάνα μου και την αδελφή μου, έξω απ’ το μαγαζί του σαράφη. Όταν βρέθηκαν, ο πατέρας έκανε νόημα με το χέρι του να περιμένουν εκεί έξω κι αυτός μπήκε στο σαράφικο.

Όσο τον περίμεναν η αδελφή μου στάθηκα στη μικρή βιτρίνα του Ζαχαρία με τα ηλεκτρικά και θαύμαζε το πανέμορφο ραδιόφωνο που φαίνεται ότι αποτελούσε το καμάρι του μαγαζιού, διότι είχε τοποθετηθεί στη μέση της βιτρίνας στολισμένο με γιρλάντες και χρωματιστά κομμάτια υφάσματος.

«Ένα όνειρο ήταν», μου είπε η αδελφή μου.

Ένοιωσε λέει για μια στιγμή το χέρι του πατέρα μας στο ώμο της.

«Τι κοιτάς κορίτσι μου τόσο απορροφημένη που δεν με πήρες χαμπάρι ότι βγήκα απ’ το σαράφικο; Άντε να πάμε στον Παναγιώτη τον κρεοπώλη να πάρουμε λίγο κρέας για την Κυριακή να ψυχοπιαστούμε».

Το μάτι του έπεσε ξαφνικά στο ραδιόφωνο.

«Αυτό κοιτάς με τόση λαχτάρα;» ρώτησε και το έδειξε με το δάχτυλό του.

«Αυτό», απάντησε κάπως φοβισμένα το κορίτσι μας, περιμένοντας την αγανάκτηση του πατέρα μου να ξεσπάσει πάνω της.

Ο πατέρας δεν απάντησε. Έκανε στροφή, μπήκε πάλι στο σαράφικο και βγήκε μετά από πέντε λεπτά.

Χωρίς να πει κουβέντα μπήκε σ’του Ζαχαρία και σε λίγο βγήκε με το ραδιόφωνο στη αγκαλιά του.

« Πάμε» είπε στη μάνα μας και την αδελφή μου κοιτώντας χαμογελαστός τη γυναίκα του. Άσε το κρέας και την καλοπέραση. Για το σαββατοκύριακο θα χορτάσουμε με μουσική και τραγούδια».

Μετά γύρισε στην αδελφή μου και τόνισε.

«Το ραδιόφωνο αυτό το αγόρασα κυρίως για τον αδελφό σου, που όπως ακούγεται τελευταία ίσως αποφυλακιστεί σε λίγο καιρό. Ας του έχουμε έτοιμο ένα δώρο τώρα που βρέθηκαν πρόχειρες αυτές οι λίρες».

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με έντονο θαυμασμό). Εσύ καλέ κυρ Σταύρο δεν παίζεσαι. Τα λες τόσο παραστατικά, που νομίζει κανείς ότι ήσουν εκεί παρόν σ’ όλες τις συζητήσεις και στην αγορά του ραδιοφώνου.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το κεφάλι του). Δεν έκανα τίποτα άλλο απ’ το να αφηγηθώ ότι και όπως μου τα αφηγήθηκε η αδελφή μου…. Τέλος πάντων… ας συνεχίσω πριν αρχίσεις και πάλι τις παρατηρήσεις ….Που είχα μείνει;… Α …Μάλιστα. Για τη μάνα μου έλεγα που πέθανε έναν χρόνο πριν γυρίσω απ’ την εξορία, και φυσικά δεν αποφυλακίστηκα όταν υπέθεσε ο πατέρας μου τη μέρα που αγόραζε το ραδιόφωνο, παρά μετά το θάνατο και των τριών. Η αδελφή μου πέθανε με τον τρόπο που σου είπα, ακολούθησε ο πατέρας μου που πνίγηκε ένα χρόνο αργότερα στο λιμάνι ψαρεύοντας.

(Χαμογελάει ενώ δείχνει και να ονειροπολεί)…. Με τα ψάρια που έπιανε κάθε φορά, κατάφερναν να συμπληρώνουν το διαιτολόγιό τους και να βολεύουν λίγο τη φτώχεια τους, γιατί το μεροκάματο στα καπνά είχε αρχίσει να σπανίζει.

Περδουκλώθηκε σ’ έναν κάβο, έναν μεγάλο σιδερένιο κρίκο, που έδεναν τα πλοία και έπεσε στο νερό. Δεν ήξερε να κολυμπάει, αλλά κρατήθηκε για λίγο στην επιφάνεια.

Δεκάδες άνθρωποι μαζεύτηκαν από πάνω και κατά το ελληνικό συνήθειο δεν κοίταζαν να τον βοηθήσουν, αλλά διαπληκτίζονταν για το τι έφταιγε κι έπεσε μέσα ο άνθρωπος.

Η μάνα μου έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε ένα μηνά μετά και ένα χρόνο πριν γυρίσω απ’ την εξορία.

Αυτό λοιπόν το ραδιόφωνο είναι για μένα η οικογένειά μου, που δεν μπόρεσα ούτε να τη χαρώ, ούτε να την βοηθήσω.

(Κάπως κουρασμένα). Τώρα Αγγελικούλα ξέρεις πόση συναισθηματική αξία έχει αυτό το ραδιόφωνο που ξέρει όχι μόνο να μιλάει και να τραγουδάει, αλλά κρύβει μέσα του και τις ψυχές των δικών μου….. Αλλά που να την καταλάβεις εσύ την αξία του που τώρα απ’ την κούνια σας, που λέει ο λόγος, έχετε κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις και υπολογιστές. Το ραδιόφωνο, το ατμοκίνητο ραδιόφωνο, όπως το αποκαλεί ο μπακάλης μας δίπλα, έχει σχεδόν καταργηθεί από σας τους νέους εδώ και πολλά χρόνια.

(Στραβομουτσουνιάζει και κάνει μια κίνηση με το χέρι του σα να λέει άστα να πάνε).

Μια φορά μόνο σταμάτησε να μιλάει και να τραγουδάει και κόντεψα να τρελαθώ. Άντε να βρεις σήμερα ανταλλακτικά και μάστορα να το διορθώσεις. Τελικά κατάφερα να βρω έναν της ηλικίας μου και συναγωνιστή, σε ένα στενάκι εκεί κατά την Φράγκων, που σε ένα μικρό πατάρι διόρθωνε παλιά ραδιόφωνα. Ένα πηνίο, όπως το είπε, είχε καεί και το άλλαξε με ένα άλλο από ανταλλακτικά που του έμεναν. Ούτε λεφτά με πήρε καλή του ώρα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Πιες κυρ Σταύρο μου λίγο νερό; Θα στεγνώσει το στόμα σου τόση ώρα που μιλάς ασταμάτητα. Και όταν ακόμη δεν είμαι εδώ, εσύ μιλάς μόνος σου, όπως σε πήρα χαμπάρι όταν έκανα τους καφέδες. Σε άκουσα για μια στιγμή που μιλούσες μόνος σου.

(Σηκώνεται και του βάζει νερό στο ποτήρι).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Τόσα χρόνια στη μοναξιά θα έχανα που λέμε ακόμα και τη λαλιά μου, αν δεν μιλούσα μόνος μου. Όλη την ώρα περπατάω εδώ μέσα και μονολογώ σαν το χαζό, για να αιστάνομαι ότι υπάρχει κάποιος που με ακούει.

(Πλησιάζει την Αγγελική εκεί που κάθεται και την κοιτάζει χαμογελαστός στα μάτια)

Σκέψου λοιπόν τώρα που έχω εσένα παρέα και μάλιστα μια πολύ καλή ακροάτρια που με ακούει με προσοχή και σπάνια με διακόπτει…… Και για να σου κάνω μια καλή έκπληξη θα σου πω ότι το επόμενό μας θέμα σύμφωνα με τη σειρά που τα τακτοποίησες εσύ, είναι να σου πω για κείνον τον ψυχίατρο στην εξορία που μου έλεγε για το φαινόμενο του ιδρυματισμού.

(Κάνει με τα χέρια του κάποιες κινήσεις αδημονίας και ανημποριάς).

Μόνο Αγγελικούλα που θα πρέπει να μου θυμίσεις σε σχέση με ποιες κουβέντες το ανάφερα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σκάει στα γέλια). Εσύ κυρ Σταύρο μου νομίζεις ότι μετά απ’ αυτή την πολυλογία σου θα θυμάμαι τι είπες σε κάποια στιγμή, μόνο και μόνο επειδή είμαι νέα και εξ’ ορισμού έχω καλύτερη μνήμη από σένα. Τέλος πάντων συμβαίνει αυτή τη συγκεκριμένη κουβέντα να την θυμάμαι, διότι μου έκανε εντύπωση που το ανάφερες σχετικά με την πολυθρόνα και το ξεχαρβαλωμένο ελατήριό της.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την χαϊδεύει στο κεφάλι). Μπράβο κορίτσι μου. Όπως είχα πει ο κώλος μου συνήθισε αυτή την πολυθρόνα (Την δείχνει με το δάχτυλό του) και του κακοφαίνεται να καθίσει στην άλλη.

(Κουνάει το κεφάλι του προβληματισμένος). Έτσι που λες Αγγελικούλα πολλοί κρατούμενοι που είχαν κάνει πολλά χρόνια στις φυλακές και τις εξορίες, δυσαρεστούνταν όταν άνοιγαν οι πόρτες και τους έλεγαν ότι είναι λεύτεροι να πάνε στα σπίτια τους.

(Από το ραδιόφωνο ακούγονται σύντομες ειδήσεις και προκαλούν την προσοχή του, Ιδιαίτερα με μια είδηση που μιλάει για καταστροφές που προκάλεσαν κουκουλοφόροι στη νομική σχολή του Αριστοτελείου)

. Αυτοί με τις κουκούλες νομίζουν ότι κάνουν επανάσταση όταν καταστρέφουν και δέρνουν. Σημεία των καιρών που λέμε…. Που είχαμε σταματήσει;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελώντας) Στον ιδρυματισμό κυρ Σταύρο.

ΣΤΑΥΡΟΣ. … Α …. Μάλιστα. Έλεγα λοιπόν ότι πολλοί – όπως εγώ για παράδειγμα – φεύγοντας από τη φυλακή ή την εξορία δεν είχαμε που να πάμε και σε ποιο σπίτι να στεγαστούμε, διότι οι δικοί μας ή είχαν πεθάνει ή μετά από τη συμμετοχή τους στον εμφύλιο είχαν βρεθεί στις σοσιαλιστικές χώρες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με έντονη απορία). Εσύ γιατί κυρ Σταύρο;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει εκνευρισμένος τις βόλτες του γύρω απ’ την τραπεζαρία).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Εγώ; … Διότι εγώ φυλακίστηκα για πρώτη φορά στα δεκαπέντε μου χρόνια επί Μεταξά το 1940 και απελευθερώθηκα στα τριάντα οκτώ μου, με τα μέτρα της κυβέρνησης κέντρου του Γεωργίου Παπαντρέου, του γέρου της δημοκρατίας όπως τον αποκαλούσαν τότε. Εμείς όμως της αριστεράς τον αποκαλούσαμε παπατζή, διότι… (Στενοχωρημένα). Ξέφυγα απ’ το θέμα μου και πάλι και θα θυμώσεις…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σηκώνεται και τον αγκαλιάζει). Τι να θυμώσω γλυκέ μου; Ούτε που μπορούσα να φανταστώ τι τράβηξες στη ζωή σου…..

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Τραβιέται από κοντά της και την διακόπτει με έντονο τρόπο). Τέλος πάντων… Άσε τις γλύκες διότι αυτά που θ’ ακούσεις είναι μάλλον για κλάματα…. Εμένα λοιπόν αφορούσε κατά πρώτο λόγο η διαπίστωση εκείνου του ψυχίατρου που σου έλεγα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δυσαρεστημένη που δεν της αναγνώρισε την τρυφερότητα που του έδειξε, αλλά και με κατανόηση για την ενέργεια του). Συγγνώμη κυρ Σταύρο. Από αυθορμητισμό έκανα αυτή την κίνηση.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μετανιωμένος). Εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη Αγγελικούλα. Η αλήθεια είναι ότι μ’ αυτή σου την κίνηση ήταν σα να μ’ αναμόχλευσες μια βαθιά πληγή που έχω και που δεν τελειώνει μόνο με τον ιδρυματισμό που έλεγα, αλλά που έχει και άλλα ντεσού…. (Κουνάει το χέρι του). Τέλος πάντων… Εξομολογήθηκα λοιπόν σε κείνον τον ψυχίατρο ότι κατά βάθος με στενοχωρούσε πολύ το γεγονός ότι σε λίγες μέρες θα ήμουν ελεύθερος.

Δεν είχα που να πάω, αφού εδώ και χρόνια οι φυλακές και οι εξορίες ήταν το σπίτι μου και οι συγκρατούμενοί μου η οικογένειά μου.

«Αυτό στην ψυχολογία», μου είπε ο ψυχίατρος, «το αποκαλούμε ιδρυματισμό, διότι ο άνθρωπος που έμεινε σε κάποιο ίδρυμα – ότι είδους ίδρυμα κι αν είναι – δένεται τόσο πολύ μ’ αυτό που βγαίνοντας από κει βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που του είναι παντελώς άγνωστος».

(Γελάει). Όταν μου τα είπε αυτά, κόντεψα να τρελαθώ. Για σκέψου, είπα μέσα μου… έμεινα τη μισή μου ζωή στις φυλακές και στις εξορίες για έναν και μόνο λόγο…. Να φτιάξουμε μια κοινωνία που πια δεν γνωρίζαμε, δεν τη θέλαμε και δεν μας ήθελε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σκουπίζει ένα δάκρυ). Και βρέθηκες κυρ Σταύρο μου σε μια κοινωνία που δεν την γνώριζες…. και …

ΣΤΑΥΡΟΣ (Την διακόπτει). Μια κοινωνία όχι μόνο άγνωστη, αλλά και εχθρική κοπέλα μου. Καμιά βοήθεια και καμιά συμπαράσταση από πουθενά. Ούτε το κόμμα φρόντισε για μας, αν και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα σπουδαίο, αφού βρίσκονταν τότε στην παρανομία…. Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα. Παίρνω τουλάχιστον μια σύνταξη χάρη σε έναν Παπαντρέου και πάλι. (Την κοιτάζει παρακλητικά)… Να σου διαβάσω ένα ποίημα που είναι το αγαπημένο μου και που το έγραψε ο Καβάφης; Σίγουρα το έχεις διαβάσει.

(Χωρίς να περιμένει απάντησή της πηγαίνει στη σιφονιέρα και κοιτάζει τη μικρή σειρά των βιβλίων. Παραμερίζει λίγο το ραδιόφωνο και τραβάει ένα μικρό βιβλίο. Γυρίζει προς το μέρος της, το ανοίγει σε κάποια σελίδα που έχει από πριν μαρκαρισμένη, φοράει τα γυαλιά του που είχε αφήσει πάνω στην τραπεζαρία, σηκώνει το ελεύθερο χέρι του και απαγγέλλει με πολύ ωραίο τρόπο).

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα».

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή

κι ειν’ η καρδιά μου - σαν νεκρός - θαμμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.

Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω

ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις,

δεν θάβρεις άλλες θάλασσες

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στές γειτονιές τές ίδιες θα γερνάς

και μες τα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις.

Για τα αλλού - μην ελπίζεις -

Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

Στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

(Κλείνει προσεκτικά το βιβλίο και με αργές κινήσεις το ξαναβάζει στη θέση του. Γυρίζει και πάλι προς την Αγγελική).

Πιστεύω ότι κατάλαβες ακριβώς τι θέλει να πει ο ποιητής και είμαι βέβαιος ότι το έχεις διαβάσει το ποίημα, αλλά τώρα που συζητάς μαζί μου και γνωρίζεις τη ζωή μου θα αισθάνεσαι και τον στίχο… Νομίζω ότι και ο ποιητής ο ίδιος ήταν κλεισμένος στη δική του φυλακή απ’ την οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει… Έτσι δεν είναι;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Έτσι… Είχε σεξουαλική ιδιαιτερότητα που τον κρατούσε δεμένο σε μια εποχή που αυτού του είδους οι προτιμήσεις αποτελούσαν μεγάλη αμαρτία ενώπιον θεού και ανθρώπων…. Βέβαια τα πράγματα παρέμειναν σχεδόν ίδια από τότε. Και λέω σχεδόν, διότι υπάρχει σήμερα μεγαλύτερη ανοχή σε τέτοια θέματα.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάνει μια αόριστη κίνηση με το χέρι του υπονοώντας ότι δεν είναι το θέμα κατάλληλο για ανάλυση απ’ αυτή τη σκοπιά.)

Έμενα το ποίημα αυτό μου αποκαλύπτει την βαθύτερη έννοια αυτού που ανάφερα πριν. Του ιδρυματισμού και γενικά της μέχρι τώρα ζωής μου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Διστακτικά). Ίσως θα είχες ξεφύγει απ’ τα πλοκάμια αυτού του ιδρυματισμού αν κατέβαλες, μια δύσκολη μεν, αλλά εφικτή λύση. (Το σκέπτεται πριν συνεχίσει διστακτικά). Αν για παράδειγμα έβρισκες μια γυναίκα να παντρευτείς και να κανείς σπιτικό και οικογένεια, ίσως τα πράγματα να έρχονταν αμέσως καλύτερα. Μια γυναίκα και παιδιά γεμίζουν τη ζωή του ανθρώπου, πόσο μάλλον για έναν πονεμένο και ταλαιπωρημένο όπως εσύ, που δεν θα είχες και μεγάλες απαιτήσεις.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Δείχνει εκνευρισμό). Πρώτα πρώτα να σε ρωτήσω, γιατί ένας άνθρωπος σαν και μένα όπως λες, να έχει περιορισμένες απαιτήσεις… Εγώ θα έλεγα ότι οι απαιτήσεις μου θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερες, διότι είχα να συμπληρώσω ένα τεράστιο κενό της ζωής μου. Καμιά έκπτωση σ’ αυτό το θέμα δεν θα μπορούσα ν’ αποδεχτώ.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δείχνει φοβερά στενοχωρημένη και αμήχανη. Πλέκει τα δάχτυλά της και τον κοιτάζει με τρυφερότητα). Συγγνώμη κυρ Σταύρο. Τώρα που το λες αντιλαμβάνομαι ότι σκέφτηκα επιπόλαια. Έχεις απόλυτο δίκαιο…. Πάντως πρέπει να παραδεχτείς ότι η άποψή μου για το ότι θα έπρεπε, όσο φυσικά σου ήταν δυνατόν, να βρεις μια γυναίκα, να παντρευτείς για να κάνεις σπιτικό και οικογένεια.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Στέκεται και γυρίζει προς το μέρος της. Μένει για λίγο αμίλητος και απότομα με έντονη φωνή, λέει)

ΣΤΑΥΡΟΣ…. Βρήκα….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έκπληκτη). Γυναίκα;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει να την κοιτάζει ακίνητος). Ακριβώς… Γυναίκα όμορφη… που ταίριαζε μαζί μου σαν γάντι. Υπομονετικιά, καλόκαρδη, πάντα χαμογελαστή και τρυφερή…. Ότι θα μπορούσε ένας σαν και μένα να φανταστεί στα ποιο τολμηρά του όνειρα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με ακόμη ποιο έντονη έκπληξη)…Που είναι αυτή η γυναίκα σήμερα κυρ Σταύρο; Συνέβη κάτι αναπάντεχο; Κάτι….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει τις βόλτες του με σκυμμένο τώρα κεφάλι. Η φωνή του ακούγεται σπασμένη σαν από λυγμό.)

Τίποτε τραγικό όπως βάζεις στο μυαλό σου δεν συνέβη Αγγελικούλα. Απλά μια μέρα της είπα ορθά κοφτά και ξερά ότι θέλω να χωρίσουμε και ότι αυτή μου η απόφαση ήταν οριστική και αμετάκλητη…. Η γυναίκα πήγε να τρελαθεί… «Γιατί Σταύρο μου… Γιατί θέλεις να χωρίσουμε; Μια χαρά δεν είμαστε μαζί;». Δεν της απάντησα Αγγελική μου, πάρα μόνο γύρισα την πλάτη μου και έφυγα. Έκανε πολλές προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί μου για να μάθει το λόγο για τον οποίο πήρα μια τέτοια απόφαση. Δεν επικοινώνησα ποτέ μαζί της και δεν της έδωσα καμιά απολύτως εξήγηση, αν κι εγώ μάθαινα τακτικά γι’ αυτήν από μια συντρόφισσα που έμενε στη γειτονιά της…. Δεν ξέρω καν σήμερα που μπορεί να βρίσκεται, αν ζει ή αν πέθανε. Ξέρω μόνο ότι μετά από δυο χρόνια παντρεύτηκε και έκανε δυο κοριτσάκια.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Στραβομουτσουνιάζει). Λίγο απάνθρωπη συμπεριφορά, δεν νομίζεις κυρ Σταύρο;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Σταματάει και πάλι τις βόλτες του και μένει ακίνητος κοιτώντας την Αγγελική). Τη γνώρισα σχεδόν αμέσως μόλις γύρισα απ’ την εξορία. Ήμουν τριάντα οκτώ χρονών και γεμάτος ζωή και θέληση πάρα τις αντιξοότητες που συνάντησα…. Η γνωριμία μαζί της μου έδωσε τέτοια ώθηση και τέτοια όρεξη, που πίστευα ότι μπορούσα να καταφέρω τα ακατόρθωτα. Και πρώτα απ’ όλα να κάνω οικογένεια.

Η Αντωνία – αυτό ήταν το όνομά της – ήταν τριάντα τριών χρονών και το μόνο που συζητούσε, όχι μόνο μαζί μου αλλά και όταν βρισκόμασταν με παρέα, παρά το πώς θα έκανε δυο τουλάχιστον παιδιά. Βιαζόταν μάλιστα να παντρευτούμε και να βάλουμε μπρος, διότι φοβόταν μήπως από κληρονομικά αίτια σύντομα μπορεί να ήταν ανίκανη να τεκνοποιήσει, που λένε και οι γυναικολόγοι, σαν τα παιδιά να είναι προϊόν μηχανής.

«Της μάνας μου της σταμάτησε η περίοδος από τα τριάντα τρία της», έλεγε διαρκώς. «Φοβάμαι μήπως μου συμβεί και μένα ένα τέτοιο κακό και μείνω άτεκνη για την υπόλοιπη ζωή μου».

Εγώ την παρηγορούσα λέγοντας ότι η λαχτάρα της για παιδιά ήταν τόσο μεγάλη, που η κληρονομικότητα που φοβόταν δεν έπαιζε πια κανένα ρόλο.

Τέλος πάντων είχαμε συμφωνήσει και για την ημέρα των γάμων μας, όταν ξαφνικά μια μέρα συνάντησα τον Παναγιώτη, έναν σύντροφο απ’ την εξορία που είχε απολυθεί λίγα χρόνια πριν από μένα. Μου είπε ότι ήταν παντρεμένος με μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά που τον έτρωγε κι αυτόν και κείνη, το μαράζι επειδή δεν έκαναν παιδιά.

«Και γιατί ρε Παναγιώτη», αστειεύτηκα, «δεν έβαλες μπροστά τη μηχανή;»

Με κοίταξε περίεργα και ρώτησε.

«Εσύ παντρεύτηκες Σταύρο;»

«Όχι» απάντησα, «αλλά είμαι έτοιμος».

«Παιδιά σκοπεύεις να κανείς;» Ξαναρώτησε.

«Φυσικά και θα κάνω Παναγιώτη» απάντησα. «Και μάλιστα δυο όπως επιθυμεί η μέλλουσα γυναίκα μου, διακαώς, όπως έλεγε ο Λάμπης ο καθηγητής».

«Πάνε πρώτα να σε δει ο γιατρός και τα ξαναλέμε». Μου γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Να μην τα πολυλογώ, ρωτώντας βρήκα έναν γιατρό ειδικό σ’ αυτά τα ζητήματα και τον επισκέφτηκα.

Με ρώτησε ένα σωρό πράγματα για τη ζωή μου και μάλιστα ξίνισε τα μούτρα του όταν άκουσε τα πόσα χρόνια ήμουν φυλακισμένος και εξορισμένος. Εγώ νόμισα ότι ξινίστηκε γιατί ανήκε στην αντίδραση και με έβλεπε σαν κατσαπλιά όπως μας αποκαλούσαν παλιότερα και μερικοί ακόμη και σήμερα.

Δεν έδωσα σημασία.

Μου πήρε ένα δείγμα από το σπέρμα μου και μου είπε να περάσω για τα αποτελέσματα σε οκτώ μέρες.

Όταν βγήκα από το ιατρείο του, με έζωσαν τα φίδια.

«Λες», σκέφτηκα, «να συμβαίνει κάτι σοβαρό;…. Και τι τον νοιάζει αυτόν για την προηγούμενη ζωή μου; Το δείγμα απ’ το σπέρμα καλά έκανε και το πήρε για εξέταση και είναι στο κάτω κάτω αυτό που κάνει όλη τη δουλειά».

Μετά από οκτώ μέρες, που δεν περνούσαν με τίποτε, πήγα ξανά στο ιατρείο του. Μόλις με είδε χαμογέλασε βεβιασμένα και μου ζήτησε να ξαπλώσω σε ένα ανάκλιντρο που είχε.

Με ψαχούλεψε και με πασπάτεψε ώρα πολλή. Στο τέλος μου ζήτησε να σηκωθώ.

«Δεν θα μπορέσεις να κανείς ποτέ παιδιά», μου είπε απότομα.

Κεραμίδα στο κεφάλι Αγγελική μου. Ρώτησα να μάθω ποιος είναι ο λόγος και μου απάντησε ότι η αποχή και η εγκράτεια τόσων χρόνων, επέφερε τη στείρωση.

«Θα μπορούσες να τραβάς και καμιά μαλακία κάπου κάπου», είπε στενοχωρημένα.

«Δεν μας επέτρεπε το κόμμα», απάντησα συντετριμμένος και με μπόλικη δόση ειρωνείας. «Πόσο χρωστάω για τα καλά νέα;» τον ρώτησα.

«Τίποτε», απάντησε. «Είμαι αντίθετος με την ιδεολογία σας, αλλά σαν άνθρωπος λυπάμαι πραγματικά».

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Καλύπτει τα μούτρα με τις παλάμες της ενώ το κορμί της συνταράσσεται. Ο Σταύρος την πλησιάζει ανήσυχος προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Κάνει ένα βήμα πίσω όταν αντιλαμβάνεται ότι η Αγγελική δεν κλαίει με λυγμούς, αλλά συνταράσσεται απ’ τα γέλια. Κατεβάζει τα χέρια της συνεχίζοντας να γελάει).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Ειρωνικά). Νόμισα ότι έκλαιγες από συγκίνηση για τα χάλια μου. Που να το φανταστώ ότι εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια για τη δυστυχία του άλλου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Συνεχίζει να γελάει)… Με συγχωρείς… Με συγχωρείς… Τα γέλια μου ήρθαν αυθόρμητα… Εδώ κυρ Σταύρο έχουμε τον ορισμό της ατυχίας. (Σοβαρεύεται απότομα). Και της ευθύνης θα μπορούσαμε να πούμε, αν και στις μέρες μας αυτού του είδους οι ευαισθησίες είναι αδιανόητες. Μόνο στον πατέρα μου διακρίνω τέτοιου είδους αισθήματα, όταν μιλάει για τον φτωχό και εργαζόμενο λαό που παλεύει με νύχια και δόντια να φέρει τις δυο άκρες.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το χέρι του και χαμογελά ειρωνικά). Αυτά τα μασλάτια τα έχει πει πολλές φορές και σε μένα. Το ερώτημα φυσικά είναι ένα και ουσιώδες. Αφού είναι τόσο πονόψυχος και νοιάζεται για τον φτωχό λαό, τότε γιατί υπηρετεί αυτή την αστική κυβέρνηση και μάλιστα από την περίοπτη θέση του υφυπουργού παιδείας.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σηκώνεται και δείχνει έτοιμη να του επιτεθεί. Κρατάει με τις δυο παλάμες της την άκρη του τραπεζίου με δύναμη, έχει το κορμί της γερμένο μπροστά και τον κοιτάζει με μίσος σαν να θέλει να τον κατασπαράξει).

Αφού σου είπε αυτά τα πως τα λες, μασλάτια, τότε θα σου είπε επίσης ότι από τη θέση που είναι μπορεί να βοηθήσει πολύ ποιο αποτελεσματικά τον εργαζόμενο λαό, απ’ ότι εσύ που χρόνια τώρα κλεισμένος εδώ μέσα πουλάς εξυπνάδες και ιδεολογίες που πια, είμαι σίγουρη, δεν τις πιστεύεις. (Χειρονομεί απειλητικά προς το μέρος του).

Και λίγα λόγια για τον πατέρα μου που δεν τον ξέρεις καθόλου, πάρα σαν το γιο του παλιού σου φίλου και παππού μου που άφησε γυναίκα και δυο μικρά παιδιά ορφανά να φωνάζει μέσα στο δικαστήριο «Ζήτω το Κομουνιστικό Κόμμα Ελλάδας».

(Ξεφυσώντας και αποκαμωμένη κάθεται στην καρεκλά της και συνεχίζει με ήπιο τόνο).

Εσύ κυρ Σταύρο τι κατάλαβες απ’ τη ζωή σου και με ποιο τρόπο βοήθησες το λαό μέσα απ’ τις φυλακές και τις εξορίες; Ζεις μόνο με κάποιες αναμνήσεις και με τον φόβο ότι θα σ’ αφήσουν κι αυτές σύντομα.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Με έντονη απογοήτευση). Εννοείς τώρα σύντομα που θα πεθάνω;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Διστακτικά). Φυσικά κανείς - και πόσο μάλλον εγώ που σ’ αγαπώ - δεν θέλει το θάνατό σου. Αυτό όμως είναι μια φυσική νομοτέλεια…. Παραμένει όμως το ερώτημα που έθεσα. Απολογισμός ζωής και αγώνων.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Φανερά εκνευρισμένος). Δεν θα κάνω δα ούτε απολογισμό, ούτε θα απολογηθώ για τη ζωή μου. Ένα πράγμα θα σου πω μόνο. Παρά την ηλικία μου και τα προβλήματα υγείας που έχω με πρώτο και καλύτερο τον καρκίνο στα πλεμόνια μου, την Πέμπτη στη μεγάλη απεργία και την πορεία που θα γίνει, έχω αποφασίσει να περπατήσω στην πρώτη γραμμή με την ελληνική σημαία στα χέρια μου. Γιατί πρέπει να μάθεις κουτάβι, ότι τους αγώνες μου, τις φυλακές, τις εξορίες και ότι τράβηξα στη μίζερη ζωή μου, το έκανα για την Ελλάδα και τον λαό της….(Συνεχίζει με φωνή όλο παράπονο)…. Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι οι ενέργειές μου ήταν λάθος, θα πρέπει να σεβαστείς τουλάχιστον τις καλές προθέσεις, τις δικές μου και των συντρόφων μου.

(Η Αγγελική σηκώνεται και με βαριά βήματα προχωρεί προς την έξοδο. Μόλις φτάνει στην πόρτα γυρίζει και τον κοιτάζει για λίγο αμίλητη).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Φεύγω και είμαι μάλιστα θυμωμένη. Θα καθίσω λίγο στο σπίτι μας κι αν μου περάσει θα ξανάρθω.

(Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει κλείνοντάς την πίσω της).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάθεται στην πολυθρόνα. Ακουμπάει το κεφάλι του στην παλάμη του. Δείχνει πολύ στενοχωρημένος. Μονολογεί ξέπνοα,).

Είμαι απαράδεκτος… Τι μου έφταιγε τώρα το καλό αυτό κορίτσι και ανακάτεψα στην κουβέντα μας τον πατέρα της μιλώντας μάλιστα και επιτιμητικά γι’ αυτόν; Πατέρας της είναι και τον αγαπάει τόσο, που ούτε μπορεί να κρίνει οποιαδήποτε πράξη του. (Σηκώνεται και πάλι και αρχίζει τις βόλτες. Από το ραδιόφωνο ακούγεται μια διαφήμιση της ΓΣΕΕ που καλεί όλο τον εργαζόμενο λαό στην απεργία και την πορεία της Πέμπτης. Ο Σταύρος συνεχίζει τον μονόλογό του. Στην ουσία συνομιλεί με τους θεατές).

Ίσως είναι η τελευταία φορά που θα συμμετάσχω σ’ αυτή τη πορεία. (Κουνάει το χέρι του δείχνοντας αοριστία).

Και εδώ που τα λέμε τι να βοηθήσει σε μια τέτοια κινητοποίηση ένας υπερήλικας και άρρωστος σαν και μένα; Από την ώρα που χάθηκε η πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση που στήριζε όλους τους αγώνες των εργαζομένων, έχω χάσει τη διάθεσή μου για κάθε μορφής πάλη…… Δεν με πονάει τόσο πολύ η πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων σ’ όλη την ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Σοβιετική Ένωση, όσο ο τρόπος με τον οποίο κατέρρευσε από ένα μεθύστακα καβάλα σε ένα άρμα….. Αποδείχτηκε περίτρανα ότι η πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση ήταν αυτό που λέμε, ένας γίγαντας με πήλινα πόδια. Ακόμα και δω στην Ελλάδα η χούντα για να καταλάβει την εξουσία κινητοποίησε πολύ περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις…. (Σηκώνεται και πιάνει το ποτήρι με το νερό)…. Να πιω λίγο νερό γιατί στεγνώσει το στόμα μου. Ίσως φάω και κανένα απ’ τα κεφτεδάκια που μου έφερε η Αγγελικούλα… Καθόλου όρεξη δεν έχω πια. Μάλλον φταίει ο καρκίνος. (Μπαίνει στην κουζίνα και επιστρέφει σχεδόν αμέσως)…. Ούτε το νερό δεν κατεβαίνει πια. (Αρχίζει ξανά τις βόλτες του και συνεχίζει να μονολογεί)

Εκείνο τον Τάσο τον φοιτητή της νομικής και φίλο μου στα εφηβικά μου χρόνια, λίγο πριν με μπαγλαρώσει, όπως έλεγε ο Νίκος ο περιπτεράς η ασφάλεια, τον θυμάμαι σαν τώρα που περπατούσαμε στην πλατεία και τόνιζε με έμφαση, ότι δεν θέλει να ξέρει ούτε για κόμματα, ούτε για διάφορες αποστροφές της αριστερής ιδεολογίας. Δήλωνε ορθά κοφτά ότι αυτός ήταν ορθόδοξος μαρξιστής - Λενινιστής. (Σταματάει και προσπαθεί να καθίσει στην άκρη του τραπεζίου. Τα καταφέρνει με δυσκολία). Μαζί με τα χρόνια πάει και η σβελτάδα (Χαμογελά)….Ορθόδοξος μαρξιστής - Λενινιστής λοιπόν ο Ντίνος. Τι να γίνεται άραγε; Αν ζει θα ήθελα να τον συναντήσω και να του πω τις σκέψεις μου…. Τώρα τελευταία κάνω κάποιες περίεργες σκέψεις σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση και τον σοσιαλισμό που αναπτύχτηκε εκεί. Ίσως – τι ίσως σίγουρα μάλλον – πρέπει να επηρεάστηκα από κείνον τον σεχταριστή, όπως τον αποκαλούσαμε τον Αντώνη, που πριν μερικά χρόνια έκανα τακτικά παρέα μαζί του…. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν έβρισκα άλλη παρέα. Τι να έγινε άραγε κι αυτός; Βαρέθηκε όπως είχε πει την τελευταία φορά που βρεθήκαμε στο καφενείο του Αναξίμανδρου και είπε ότι είμαι τόσο δογματικός, που αρρωσταίνει κανείς να κουβεντιάζει μαζί μου…..

Χωρίσαμε τα τσανάκια από τότε, αλλά μερικά του λόγια έμειναν στο βάθος του μυαλού μου και τώρα τελευταία άρχισα να κάνω κάποιες περίεργες σκέψεις που ούτε στον εαυτό μου σχεδόν τολμάω να τις εκφράσω…. Σήμερα όμως είναι μια άλλη μέρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά διαιστάνομαι ότι κάτι διαφορετικό πλανάται στον αέρα.

Έλεγε ο Αντώνης τις αντιρρήσεις του, αλλά ποιος δίνει σημασία σ’ έναν που απ’ την εξορία ακόμα ήταν μόνιμος αντιρρησίας και αμφισβητίας, ενώ πάντα δήλωνε κομμουνιστής…. Στο τέλος του κόλλησαν το παρατσούκλι Αντώνης ο σεχτάρ, μέχρι που αγανάκτησε, υπέγραψε και βγήκε.

Από τότε καθόταν όλη μέρα στο σπίτι του και έγραφε με το χέρι και στο πίσω μέρος από παλιά ψηφοδέλτια της ΕΔΑ, ένα σωρό σκέψεις που είχαν να κάνουν με την πρόβλεψή του, ότι το σύστημα στη Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να προχωρήσει και μια μέρα θα κατέρρεε, όπως τελικά και έγινε, αλλά κανείς δεν αναγνώρισε στον Αντώνη το δίκαιο των προβλέψεών του…. Ούτε γω φυσικά, αν και είχα κάνει μαζί του αμέτρητες συζητήσεις.

Αυτά που έγραφε πήγαινε σε συγκεντρώσεις της ΕΔΑ και τα μοίραζε. Κάποιες φορές μάλιστα μερικοί φανατικοί του επιτίθονταν και δυο τρεις φορές τον έδειραν άσκημα.

Ήταν – μιλάω σαν να έχει πεθάνει - όμως έχω τόσα πολλά χρόνια να τον δω ή ν’ ακούσω γι’ αυτόν, που είναι σαν να μην υπάρχει πια στη ζωή. Πολύ λεπτοκαμωμένος, αλλά με ένα πείσμα και τόση παλικαριά, που δεν το έβαζε ποτέ κάτω. Δεν πήγε ποτέ σχολείο, ούτε καν μια τάξη στο δημοτικό. Ήταν αυτοδίδακτος με άριστη γνώση της γλώσσας μας, σε σημείο που τον θαύμαζαν στην εξορία ακόμα και πανεπιστημιακοί καθηγητές, που πολλές φορές τον συμβουλεύονταν.

«Τόσα χρόνια φυλακές και εξορίες», έλεγε. «Με κάτι έπρεπε ν’ ασχοληθώ και κάτι να μάθω».

(κάνει μια αόριστη κίνηση με το χέρι του)

Ίσως γι’ αυτή την αίσθηση της διαφορετικότητας της μέρας που αιστάνομαι να φταίει η έντονη κουβέντα που είχα με την Αγγελικούλα και την επίθεση – φραστική βέβαια, αλλά αρκετά σκληρή - στον πατέρας της, το γιο του αδικοχαμένου φίλου μου του Άγγελου που έχει και το όνομά του…. Ίσως αυτό να είναι το πρόβλημα με μας τους παλαιοκομουνιστές, όπως μας αποκαλούν μερικοί ξενέρωτοι αριστεροί σήμερα. Ίσως η επιμονή μας ότι τα παιδιά των κομουνιστών θα πρέπει απαραίτητα να γίνουν κι αυτά ακριβώς όπως οι πατεράδες τους κι αν είναι δυνατόν να ζουν την ίδια με κείνους ζωή. Τώρα όμως δεν υπάρχουν ούτε φυλακές, ούτε εξορίες αν και εδώ που τα λέμε υπάρχουν κάποιοι άλλοι, ποιο επιστημονικοί τρόποι, καταπίεσης και διακρίσεων.

Μερικές φορές σκέπτομαι ειν’ η αλήθεια ότι ίσως έχει δίκιο που ο άνθρωπος άλλαξε πλευρά, αλλά αυτές οι σκέψεις είναι όχι μόνο φευγαλέες, αλλά και αδιανόητες θα μπορούσα να πω…. Με λίγα λόγια όσον άφορά έμενα προσωπικά, θα ήταν σαν να ακύρωνα όλη την προηγούμενη ζωή μου, ή μάλλον όλη μου τη ζωή που κύλησε με το όνειρο της επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου… (γελάει τρανταχτά)…Στα ογδόντα τέσσερα να ακυρώσεις όλη σου τη ζωή, αν και αυτό μοιάζει με την ακύρωση της ζωής της Σοβιετικής Ένωσης.... Αυτό όμως ήταν κράτος και ιδεολογία, ενώ εγώ είμαι ένας κακομοίρης ανθρωπάκος που περιμένει το θάνατο, περήφανος για τη ζωή που έζησε και τους αγώνες που συμμετείχε. (Κατεβαίνει απ’ το τραπέζι κι αρχίζει πάλι τις βόλτες του. Σταματάει για μια στιγμή απότομα και δείχνει ότι προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Ξαφνικά θυμάται και γελάει)

. Τα γραπτά του Αντώνη…. Κάποτε μου έδωσε δυο τρία από κείνα τα παλιά ψηφοδέλτια της ΕΔΑ να τα διαβάσω, αλλά δεν τους έδωσα καμιά σημασία. Μάλλον δεν τα πέταξα….. (πλησιάζει στη σιφονιέρα, ανοίγει το δεξιό συρτάρι κι αρχίζει να σκαλίζει ένα σωρό χαρτιά που φαίνεται ότι είναι μαζεμένα εκεί μέσα. Κάποια στιγμή βρίσκει αυτό που ψάχνει. Τα κοιτάζει και μένει ικανοποιημένος. Αρχίζει και πάλι τις βόλτες του κρατώντας με το ένα χέρι τα τρία ψηφοδέλτια, ενώ έχει σηκωμένο το άλλο χέρι του και χαμογελά. Με το χέρι υψωμένο και με έντονη φωνή δείχνει σα να βγάζει λόγο σε πλήθος).

Λείπει ένα από αυτά τα χαρτιά και μάλιστα το πρώτο. (διαβάζει).

.Η κρατικοποίηση των μέσων παράγωγης δεν οδηγεί αυτόματα στη δημοκρατία, την ισότητα και τη συμμετοχή της πλειοψηφίας του λαού στις οικονομικές αποφάσεις.

Το ότι οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού με πρωτοπόρο τη Σοβιετική Ένωση, απόκτησαν μιας τέτοιας μορφής γραφειοκρατική κάστα, δεν είναι καθόλου τυχαίο. (Σταματάει μερικές στιγμές παίρνοντας βαθιές ανάσες και συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό).

Τα κομμουνιστικά κόμματα βασίζονται στη Λενινιστική θεωρία της προλεταριακής πρωτοπορίας. Μόνο ένα μικρό μέρος του λαού γίνονται μέλη του κόμματος. Σίγουρα όμως υπάρχουν πάρα πολλοί, ίσως εκατομμύρια, που θα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στις κομματικές διαδικασίες. Όμως το κόμμα επέβαλε έναν πολύ δύσκολο τρόπο επιλογής μελών, όπου επιλέγονται μόνο όσοι μπορούσαν να αποδείξουν ότι είναι καλοί κομουνιστές. Και το ότι είναι κάποιος καλός κομμουνιστής, αποφασίζεται φυσικά από κείνους που ήδη είναι μέλη του κόμματος και που αποτελούν τη δοσμένη κομματική κάστα.

Η Λενινιστική θεωρεία της πρωτοπορίας φυσικά και ήταν απαραίτητη στις αρχές του 19ου αιώνα, αν λάβει κανείς υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη Ρωσία και την ανάγκη της νίκης των επαναστατικών δυνάμεων.

(Σταματάει και φέρνει το χέρι του στο στήθος, Στα μούτρα του αποτυπώνεται ο έντονος πόνος).

.. Άλλος πόνος αυτός…. Δεν είναι σίγουρα ο πόνος του καρκίνου που πια τον έμαθα και τον αναγνωρίζω… Ίσως είναι της καρδιάς. (παίρνει βαθιές ανάσες και φαίνεται ότι ο πόνος υποχωρεί, πράγμα που αποτυπώνεται στην ηρεμία που επανέρχεται στο πρόσωπό του. Συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο την ανάγνωση).

Αυτή η πρωτοπορία γνωρίζοντας τα πραγματικά και αντικειμενικά συμφέροντα του λαού, μπόρεσε να φέρει σε πέρας την επανάσταση στο όνομα του λαού και για το συμφέρον του λαού.

Όμως τα κομμουνιστικά κόμματα όπου γης, διατήρησαν την αντίληψή τους για το ρόλο του κόμματος που αυτό και μόνο προασπίζεται τα εθνικά και λαϊκά συμφέροντα.

Εάν λοιπόν η κομματική ελίτ έχει εξ’ ορισμού τις σωστές απόψεις και γνώσεις για τα λαϊκά συμφέροντα, τότε είναι αυτονόητο ότι μπορεί να στραφεί ενάντια στη λαϊκή πλειοψηφία στις περιπτώσεις που οι απόψεις και οι θέσεις διαφέρουν…

(Ανακατώνει τα χαρτιά στα χέρια του, τα κοιτάζει για μια ακόμη φορά μπροστά και πίσω)

Μέχρι εδώ. Φαίνεται ότι υπάρχει και συνέχεια, αλλά λείπει το κείμενο όπως έλειπε και η αρχή του.

( Αλλάζει ύφος και τόνο φωνής). …. Θεωρητικά ίσως έχει δίκαιο ο Αντώνης…. Πως όμως θα διοικούνταν ένα νέο σοσιαλιστικό κράτος που βρίσκεται περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εχθρούς απ’ έξω κι ένα σωρό άλλους εχθρούς μέσα, που ήταν με το προηγούμενο καθεστώς και δεν σταματούσαν να συνωμοτούν;

Θυμάμαι όμως και πολλά απ’ τα λεγόμενα του Αντώνη, που επέμενε ότι αυτοί οι ανθρώπου που στελέχωναν τον κομματικό μηχανισμό, αποτέλεσαν στη συνέχεια την ομάδα που επάνδρωσε τις καίριες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, (Σταματάει για να πάρει κάποιες ανάσες και βάζει το χέρι του και πάλι στο στήθος, στην πλευρά της καρδιάς)…. Αυτό μας έλειπε τώρα να μ’ αφήσει η καρδιά στα κρύα του λουτρού, λες και δεν μπορεί να περιμένει την απεργία της Πέμπτης που είναι, (Σταματάει και σκέπτεται) …αύριο. Βέβαια σήμερα Τετάρτη και αύριο Πέμπτη…. Ωραία… Ότι και να γίνει θα προλάβω να πάω στην πορεία…. Λοιπόν έλεγα για την επανάσταση στη Ρωσία και τα μέλη του κόμματος που επάνδρωσαν όχι μόνο τον κρατικό μηχανισμό, αλλά και τις επιχειρήσεις. Είναι λογικό επομένως να πίστευαν ότι κατείχαν και την απόλυτη αλήθεια που πήγαζε απ’ την ίδια τους την παντοδυναμία.

Αφού λοιπόν κατείχαν την αλήθεια και είχαν τη δύναμη, φυσικό ήταν να στραφούν εναντίων των εργαζομένων όταν αυτοί ξεσηκώνονταν και ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Έφερνε μάλιστα ο Αντώνης και παραδείγματα από την ανατολική Γερμανία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία και επέμενε ότι υπήρχαν ακόμα πάρα πολλοί ξεσηκωμοί οι οποίοι ποτέ δεν έγιναν γνωστοί, επειδή οι σοβιετικοί τα απόκρυπταν.

(Σταματάει να μιλάει και να περπατάει. Από το ραδιόφωνο ακούγονται ειδήσεις για τις χιλιάδες πρόσφυγες από τον εμφύλιο σε μια χώρα της Αφρικής. Ο εκφωνητής αφού αναφέρει το γεγονός για μερικά δευτερόλεπτα, συνεχίζει με φωνή αδιάφορη για ένα άλλο άσχετο θέμα).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Συνεχίζει τον μονόλογο). Ακόμα και οι ειδήσεις είναι σήμερα ανιαρές και παραπειστικές. Από το ένα τραγικό συμβάν περνούν αδιάφορα σε ένα άλλο θέμα, έτσι που να μην προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις την τραγικότητα της προηγούμενης είδησης. (Κοιτάζει προς την εξώπορτα). Τι έγινε η Αγγελικούλα… Θύμωσε βέβαια, αλλά υπολόγισα ότι θα ήθελε όχι παραπάνω από ένα τέταρτο για να της φύγει ο θυμός. Θα έπρεπε να είχε επιστρέψει ως τώρα. (Φωνάζει).

Αγγελική….. Αγγελική…. (Η φωνή του βγαίνει βραχνή κι αδύναμη)

Ούτε φωνή δε σούμεινε κακομοίρη… Σαν γυναικεία είναι πια η φωνή σου… Που είναι κείνα τα χρόνια που βροντοφώναζες συνθήματα στη λαοκρατία.

(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει χαμογελαστή και όπως πάντα όμορφη, η Αγγελική).

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελώντας). Τώρα μόλις που παραμιλούσα όπως πάντα, έλεγα για τη λαοκρατία τότε στην πατρίδα μου την Καβάλα…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει). Πρώτον είμαι ακόμη θυμωμένη μαζί σου διότι κατηγορείς διαρκώς τον πατερούλη μου. (τον κοιτάζει προσποιητά θυμωμένη, ενώ χαμογελάει)… Θα σε παρακαλέσω να μην το ξανακάνεις, διότι μ’ ενοχλεί πάρα πολύ.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελώντας). Από δω και πέρα θα λέω μόνο καλά λόγια για τον πατερούλη σου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Νομίζω ότι με ειρωνεύεσαι κυρ Σταύρο.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Σοβαρεύεται). Αστειεύτηκα Αγγελικούλα μου. Μερικές φορές είναι αλήθεια γίνομαι πολύ δεικτικός και κακότροπος. Ίσως να με τρώει η ζήλια που δεν κατάφερα να ζήσω μια κανονική ζωή, ούτε σαν νέος, αλλά ούτε και σαν ηλικιωμένος.

Πιστεύω ότι μια ζωή στις διώξεις και τις φυλακές γέμισα μίσος όχι μόνο για την κοινωνία, αλλά και για τους ανθρώπους της…. Τώρα που τα λέω αυτά θυμήθηκα μια ιστορία που μου είπε ένας τύπος που γνώρισα μια μέρα εδώ δίπλα στο μπακαλικάκι.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελάει)… Άντε πες μας κι αυτή την ιστορία.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει προκαταβολικά για γι’ αυτό που θα αφηγηθεί)… Γελάω και μόνο που το σκέπτομαι. Τέλος πάντων ο μπακάλης έβαλε δυο ούζα με μεζεδάκι να τα πιούμε, γιατί κι αυτός ο φουκαράς δουλειές δεν έχει με τα τεράστια σούπερ μάρκετ που άνοιξαν τώρα σε κάθε γωνιά και ψάχνει παρέα να περάσει τις άπραγες ώρες του…

(Η Αγγελική πηγαίνει και κάθεται στην καρεκλά της που δεν έχει μετακινηθεί)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελώντας). Ούτε την καρεκλά έβαλες στη θέση της…

ΣΤΑΥΡΟΣ. Ήμουν σίγουρος ότι θα γύριζες γρήγορα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Συνεχίζει να γελάει). Αυτό κι αν είναι θράσος κυρ Σταύρο. Σου είχα πει φεύγοντας ότι είμαι πολύ θυμωμένη. Σκεφτόμουν μάλιστα εκείνη τη στιγμή να μην ξανάρθω.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την κοιτάζει με έντονη απορία)…. Τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου….(σκέπτεται μερικές στιγμές)…Τέλος πάντων ας μην αρχίζουμε να διαπληκτιζόμαστε πάλι… Συνεχίζω λοιπόν…. ….Που είχαμε μείνει; Είδες κοπέλα μου πως τα κατάφερες; Ξέχασα πάλι από πού άρχισα και που βρίσκομαι. Σίγουρα θα με πεις και συ με τη σειρά σου παραμυθά, που απ’ αλλού ξεκινάω κι αλλού τελειώνω…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Για τη λαοκρατία έλεγες, αλλά εγώ δεν ξέρω πότε και τι ήταν αυτή η λαοκρατία.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Δείχνει να ονειροπολεί).

Μετά τον δεύτερο πόλεμο σε πολλές περιοχές της χωράς δημιουργήθηκε αυτό που λέμε κενό εξουσίας. Εμείς εκεί στην Καβάλα είχαμε κατακτητές τους Βούλγαρους, που τότε ήταν σύμμαχοι των Γερμανών… Έληξε λοιπόν για την Ελλάδα ο πόλεμος κι αφού αποχώρησαν οι Γερμανοί, αποχώρησαν και οι Βούλγαροι. Όπου λοιπόν υπήρχαν ανεπτυγμένα ανταρτικά τμήματα που έκαναν αντίσταση κατά των κατακτητών, κάλυψαν το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε και σε όσα μέρη – σχεδόν στο σύνολο της Ελλάδας – ήταν ακριβώς οι αντάρτες που πήραν την εξουσία.

Πήγα λοιπόν τότε εγώ σε έναν συγγενή μου να τον πείσω να στηρίξει αυτός και η οικογένειά του το λαϊκό εκείνο καθεστώς.

«Καλά κι άγια όλα αυτά που μου λες» είπε κείνος, «αλλά την λαοκρατία δεν τη θέλω»

«Γιατί κυρ Ανέστη;» αναρωτήθηκα. «Φτωχός άνθρωπος είσαι. Μεροκαματιάρης. Σε τι θα σε βλάψει η λαοκρατία;»

«Σίγουρα και σύντομα θα με βλάψει», απάντησε με πείσμα.

«Με ποιο τρόπο;» απόρησα.

Αγρίεψε.

«Εσείς ρε βλάκες κάνατε τον Πλύμα τον χασικλή λιμενάρχη, επειδή έχει μια βάρκα και ψαρεύει στην ακρογιαλιά. Δηλώνει βέβαια και κομμουνιστής, που ένας θεός ξέρει αν γνωρίζει ακόμα και τη λέξη κομμουνισμός…. Τι εμπιστοσύνη να έχω λοιπόν σε μια τέτοια λαοκρατία;»

Είπαμε κι άλλα πολλά και κατάφερα μάλιστα να τον πάρω με το μέρος μας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ.(Με μπόλικη ειρωνεία). Τώρα κατάλαβα πολύ καλά τι πάει να πει λαοκρατία. Σημαίνει να κάνεις τον βαρκάρη λιμενάρχη και τον μπακάλη υπουργό οικονομικών. (Κάνει μια κίνηση με το χέρι της για να προλάβει την απάντηση του)… Μια και ανάφερα τον μπακάλη κάτι έλεγες πριν…. Για κάτι ουζάκια που πίνατε και ότι αυτό είχε σχέση με το μίσος που τρέφεις για την κοινωνία και τους ανθρώπους της.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει). Τα ουζάκια καμιά σχέση με το μίσος… Αυτά φιλιώνουν τους ανθρώπους. Το ανάφερα σε σχέση με μια γνωριμία που έκανα με έναν τύπο που μπήκε στο μπακάλικο και για το κάθε τι το έδειχνε με το δάχτυλο και ρωτούσε την τιμή.

Ο μπακάλης κοιτούσε λοξά μια αυτόν και μια τα ουζάκια και σε κάποια στιγμή τον ρώτησε από πού ξεφύτρωσε και ρωτάει για τις τιμές.

«Μένω στη Σουηδία εδώ και δέκα χρόνια», απάντησε εκείνος.

«Εκεί λοιπόν στη Σουηδία, που έχω ακούσει ότι είναι πλούσιοι, ρωτούν πάντα για τις τιμές όταν ψωνίζουν;», απόρησε ο μπακάλης.

«Ναι» απάντησε ο Σουηδός. «Αν κρίνουν ότι είναι ακριβό, δεν το αγοράζουν».

«Εμείς εδώ», γέλασε ο μπακάλης, «είμαστε τόσο πλούσιοι που πρώτα αγοράζουμε και μετά μαθαίνουμε την τιμή. Ψωνίζουμε λοιπόν κατά τα γούστα μας και όχι κατά την τσέπη μας. Και να σου πω την πάσα αλήθεια πιστεύω ότι ποιο καλό είναι το δικό μας σύστημα».

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Ψεύτικα αγανακτισμένη). Θα καταφέρεις καμιά φορά να ολοκληρώσεις την κουβέντα που ξεκινάς;…

ΣΤΑΥΡΟΣ. … Αγάντα κοπέλα μου, που έλεγε κι ο Μαυροθόδωρος. Με υπομονή κι επιμονή κερδίζονται πόλεμοι και δεν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε μια κουβεντούλα;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με προκλητικό τόνο). Πόλεμοι μπορεί να κερδίζονται, αλλά πάω στοίχημα δέκα ευρώ ότι δεν θυμάσαι για ποιο πράγμα μιλούσες πριν μπλέξεις με τον μπακάλη και τις εξυπνάδες του….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Θριαμβευτικά). Μόλις έγινες κατά δέκα ευρώ φτωχότερη. Βαλε το δεκάρικο πάνω στο τραπέζι και θα σου πω αμέσως από πού ξεκίνησα την κουβέντα και που τελειώνει.

(Η Αγγελική βγάζει απ’ την τσέπη της ένα δεκάρικο και το κουνάει στον αέρα)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Αυτά είναι όλα κι όλα τα λεφτά μου.

(Τα αφήνει πάνω στο τραπέζι και κοιτάζει στα μάτια τον Σταύρο. Εκείνος την κοιτάζει με σαρδόνιο χαμόγελο).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Νόμισες ότι ξεμωράθηκα τελείως. Ε… Σε πληροφορώ ότι τα έχω ακόμα τετρακόσια και κάτι παραπάνω, αν προσθέσεις και κάποιες εμπειρίες που έχω από μια πλευρά της ζωής… Την πλευρά της στέρησης.

(Μένει αμίλητος απολαμβάνοντας τη σιγουριά της νίκης).

. Έλεγα λοιπόν για κείνον τον ελληνοσουηδό που συνάντησα στο μπακαλικάκι, όπου με τον μπακαλόγατο πίναμε το ουζάκι μας… Αυτό το θυμήθηκα σε σχέση με το μίσος που ανάφερα ότι φωλιάζει στην ψυχή μου για την κοινωνία και τους ανθρώπους της… Κουβέντα στην κουβέντα με κείνον τον ελληνοσουηδό, φτάσαμε και στον εμφύλιο και το μίσος που άφησε πίσω του και που ταλάνισε τη χώρα μας για δεκαετίες ολόκληρες…. Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι ακριβώς και με ποια συνέχεια μας αφηγήθηκε για έναν Έλληνα εκεί στη Σουηδία. Είπε και το όνομα του, αλλά αυτό είναι τελείως αδιάφορο, που κατά τον δεύτερο πόλεμο τον πήραν μαζί με χιλιάδες ακόμα άλλους Έλληνες όμηρο στη Γερμανία, που σήμαινε αυτό ότι δούλευε σε εργοστάσιο ατέλειωτες ώρες χωρίς να πληρώνεται. Φυσικό επακόλουθο, όπως διατείνονταν ο ίδιος, ήταν να δημιουργηθεί μέσα του ένα απύθμενο μίσος για τη Γερμανία και τους Γερμανούς.

Εκεί λέει στην κεντρική Σουηδία και σε μια πολύ μεγάλη και περιφραγμένη έκταση, υπάρχουν ελεύθερα και κυκλοφορούν άγρια ζώα της Ασίας και της Αφρικής. Πληρώνεις εισιτήριο και κάνεις ένα γύρο με τ’ αυτοκίνητό σου στην έκταση για να δεις και να θαυμάσεις από κοντά λιοντάρια, τίγρεις, καμηλοπαρδάλεις κι ένα σωρό άλλα ζώα. (Σταματάει να πάρει μια βαθιά αναπνοή και φέρνει και πάλι το χέρι στο στήθος του στο μέρος της καρδιάς. Η Αγγελική τον κοιτάζει με ανησυχία).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Έχεις κάποιο πρόβλημα κυρ Σταύρο μου;… Κάθισε στην πολυθρόνα σου και μου τα λες καθισμένος. Οι χειρονομίες, όπως λέει η μάνα μου είναι το αλάτι της κουβέντας, αλλά αυτά είναι για τους ηθοποιούς και όχι για τους ηλικιωμένους και ταλαιπωρημένους…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την διακόπτει). Δεν είναι τίποτε κορίτσι μου και μην ανησυχείς άδικα. Ένας απλός αν και οξύς πόνος εδώ στο στήθος, αλλά τελείως φευγαλέος. Μερικά δευτερόλεπτα μόνο κρατάει.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Πηγαίνει κοντά του και τον κοιτάζει έντονα στα μάτια).

Κρατάει είπες κυρ Σταύρο…. Δηλαδή δεν είναι η πρώτη φορά που έχεις αυτό το σύμπτωμα….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελώντας). Άσε με κορίτσι μου να συνεχίσω για να σου πάρω το δεκάρικο…. Σύμπτωμα λες εσύ ένα απλό πονάκι;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Στραβομουτσουνιάζει). Αυτός είναι ο ιατρικός όρος. Εσύ φαίνεται ξέχασες ότι είμαι φοιτήτρια της ιατρικής και σε δυο χρόνια θα είμαι γιατρός με δίπλωμα, βούλα και υπογραφή που λένε.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την σπρώχνει ελαφρά από μπροστά του και αρχίζει πάλι τις βόλτες του)… Δηλώνω από τώρα πρώτος επισκέπτης ασθενής σου για εξέταση. Πάρε και προκαταβολή το δεκάρικο που έχασες. (Σταματάει, σκέπτεται να θυμηθεί)…. Α…. Μάλιστα… Πολύ ωραία λοιπόν. Έλεγα για κείνον τον ζωολογικό κήπο της Σουηδίας όπου κυκλοφορείς με τ’ αυτοκίνητο ανάμεσα στα άγρια ζώα, αλλά απαγορεύεται αυστηρά ν’ ανοίξεις το παράθυρο και φυσικά να βγεις απ’ τ’ αυτοκίνητο.

Παρ’ όλες τις απαγορεύσεις ένα Γερμανός κατέβηκε απ’ το αυτοκίνητο για να μπορέσει να φωτογραφήσει καλύτερα ένα λιοντάρι. Το λιοντάρι ταράχτηκε φαίνεται και επιτέθηκε στον Γερμανό τον οποίο και σκότωσε. Τον «έφαγε»… Αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε ο ελληνοσουηδός μας για να κάνει ποιο αποτρόπαιο τον θάνατο του Γερμανού, «προς τέρψιν» όπως λένε οι εγγράμματοι του φίλου μας που ήταν όμηρος στη Γερμανία κατά τον πόλεμο και τους μισούσε θανάσιμα.

Από τη χαρά του πήγε σ’ ένα ανθοπωλείο και παρήγγειλε να σταλεί μια μεγάλη ανθοδέσμη στο λιοντάρι που έφαγε τον Γερμανό.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελάει δυνατά). Αυτό είναι απ’ τα’ ανήκουστα κυρ Σταύρο μου. Και τρομερά πρωτότυπο θα μπορούσα να πω…. Ακούς εκεί να στείλει λουλούδια στο λιοντάρι…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει κι αυτός)….Φαίνεται ότι το μίσος εμπνέει τους ανθρώπους…. Μας αφηγήθηκε κι άλλες ιστορίες εκείνου του όμηρου, που δεν είναι τώρα ώρα να τις εξιστορήσω…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Πνιγμένη ακόμα στα γέλια). Θέλω να τις ακούσω… Πιστεύω ότι θα είναι το ίδιο διασκεδαστικές με τα λουλούδια στο λιοντάρι.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το κεφάλι του). Ας αφήσουμε αυτές τις ιστορίες για αργότερα…. Λέω να επιστρέψουμε, αν δε σου είναι δυσάρεστο, στα προηγούμενα που συζητούσαμε…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Ειρωνικά). Εδώ και τόσες ώρες μιλήσαμε – ή μάλλον μίλησες, ενώ εγώ ουσιαστικά μόνο σ’ άκουγα – για δεκάδες θέματα και χιλιάδες παραμέτρους τους, που ευτυχώς δεν χρειάστηκε να μπεις σε βαθύτερες αναλύσεις…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάνει πως δεν αντιλαμβάνεται την ειρωνεία της και με ήρεμο τρόπο συνεχίζει). Αυτά που ανάφερες ότι σου λέει ο πατέρας σου…(Η Αγγελική κουνάει τα χέρια της δείχνοντας δυσαρέσκεια. Ο Σταύρος συνεχίζει σαν να μην την βλέπει)….Αυτά λοιπόν τα είπε και σε μένα μια μέρα – δεν πάνε ούτε δέκα μέρες – που συναντηθήκαμε στο ασανσέρ.

«Οι καιροί άλλαξαν Σταύρο», μου είπε και γελούσε. «Καιρός ν’ αλλάξεις και συ και να προσαρμοστείς στα δεδομένα της εποχής». Έτσι ακριβώς το είπε.

(Η Αγγελική δείχνει ξαφνικά ενδιαφέρον).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με έξαψη)…Για λέγε… Για λέγε… Σωστή δεν είναι η παρατήρησή του;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Σκέπτεται λίγο πριν απαντήσει)…. «Πράγματι Δημητρό», του είπα. «Οι καιροί άλλαξαν και μαζί και η κοινωνία. Στην εποχή τη δική μας οι αλλαγές αυτές έπαιρναν είκοσι χρόνια και σήμερα όλα αλλάζουν σχεδόν κάθε μέρα… Δεν προλαβαίνεις καν ν’ αντιληφθείς μια αλλαγή και σε καπακώνει η επόμενη»….

«Προσαρμογή», με διέκοψε. «Αυτό είναι το σύνθημα σήμερα. Προσαρμογή στα νέα δεδομένα και καθημερινά»

(Γυρίζει απότομα στην Αγγελική). Εσύ τι λες;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με έντονο τόνο). Ακριβώς αυτό θα έλεγα κι εγώ. Πρέπει κυρ Σταύρο να προσαρμοστείς. Τι απάντησες στον πατέρα μου όταν σου τα είπε αυτά;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κτυπάει με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι. Η Αγγελική τρομάζει και τινάζεται απ’ τη θέση της).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ.(Κάπως μουδιασμένα). Με τρόμαξες κυρ Σταύρο μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μετανιωμένος για τη βίαιη ενέργειά του).

Συγγνώμη κοπέλα μου… Μου ήρθε κάπως αυθόρμητα… Τέλος πάντων με ρωτάς τι του απάντησα του μπαμπακούλη σου… Ε λοιπόν δεν του απάντησα πάρα μόνο κούνησα το κεφάλι μου…. Θ’ απαντήσω όμως τώρα σε σένα που συμφωνείς μαζί του και χρησιμοποιείς μάλιστα την ίδια λέξη. Προσαρμογή. (Μαλακώνει τη φωνή του σαν να απολογείται)… Εγώ κοπέλα μου δεν έχω ούτε περιουσία, ούτε κανέναν στον κόσμο. Οι γονείς μου έφυγαν νωρίς και ούτε που πρόλαβα να τους χαρώ καλά καλά, πάρα μόνο τους θυμάμαι απ’ την άλλη μεριά απ’ τα σιδερά της φυλακής να κλαίνε… Ούτε σπίτι είχα ώσπου πέθανε η γιαγιά σου και μου δώσατε αυτό το ωραίο διαμέρισμα που το βρήκα έτσι ακριβώς όπως το βλέπεις σήμερα. Ούτε μαξιλαροθήκη χρειάστηκε να φέρω μαζί μου. Αυτό ήταν ένα δώρο απ’ τη γιαγιά σου, στη μνήμη του άντρα της και φίλου μου. Του παππού σου δηλαδή, που ήταν και η τελευταία της επιθυμία. Να μ’ αφήσουν οι δικοί σου να ζω εδώ χωρίς καμιά χρέωση όσο ζω.

(Μένει αμίλητος για μερικές στιγμές προσπαθώντας να συγκεντρωθεί, ενώ παίρνει και βαθιές εισπνοές).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δείχνει ανήσυχη). Κάθισε κυρ Σταύρο. Και καθιστός μπορείς να μου τα πεις μια χαρά.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάνει μια αόριστη κίνηση με το χέρι του)…. Μη με διακόπτεις σε παρακαλώ και χάνω τον ειρμό μου… Έλεγα λοιπόν ότι η μόνη περιουσία που είχα ποτέ, ήταν πρώτον ο φίλος μου και παππούς σου που εκτελέστηκε για τις ιδέες του και τον έχασα πολύ νωρίς και δεύτερο η ιδεολογία μου…. Να προσαρμοστώ λοιπόν λέτε; Έτσι δεν είναι; Προσαρμόστηκε μήπως ο παππούς σου; Με μια μόνο κουβέντα μπορούσε ν’ απαλλαγεί στο δικαστήριο. Εκείνος όμως επέμενε να υπερασπίζεται το δικαίωμά του να ανήκει σε μια ιδεολογία που εκείνη την εποχή σε έστελνε στο απόσπασμα και τον τάφο. (Κάθεται βαρύς στην πολυθρόνα του. Η Αγγελική κλαίει βουβά και σκουπίζει τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο. Ο Σταύρος μετανιωμένος που την έκανε να κλαίει το γυρνάει στο αστείο).

Βλέπεις τι σημαίνει προσαρμογή. Σκουπίζεις τα μάτια σου με ένα χαρτί και δεν δίνεις τη δυνατότητα σε έναν άντρα να σου προσφέρει το μαντήλι του. Σηκώνεται και πάει στη σιφονιέρα. Ανοίγει το αριστερό συρτάρι και βγάζει ένα παραδοσιακό μαντήλι. Της το προσφέρει).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Ορίστε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σκουπίζει τα μάτια της και τη μύτη της ανακουφισμένη). Ευχαριστώ πολύ.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Μπορείς να το κρατήσεις. Είναι του παππού σου που το φυλούσε από τότε η γιαγιά σου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Το σφίγγει στο στήθος της). Ευχαριστώ. (Σκέπτεται για λίγο)… Δεν μου λες τώρα για κείνον τον Έλληνα στη Σουηδία που μισούσε τους Γερμανούς;… Για να μπούμε τουλάχιστον σε ποιο διασκεδαστικά θέματα.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το κεφάλι του). Ούτε αυτή η ιστορία είναι ευχάριστη.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Τουλάχιστον δεν άφορά εμάς τους ίδιους.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Αναστενάζει). Δυστυχώς όλα μας αφορούν, γιατί όλοι είμαστε κομμάτι της ίδιας κοινωνίας, προσαρμοσμένοι και μη. (Τα τελευταία του λόγια είναι ειρωνικά). Κάπου διάβασα ότι το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην Κίνα, μπορεί να προκαλέσει σεισμό στην Καλιφόρνια. Το έχεις ακούσει αυτό;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κουνάει το κεφάλι της καταφατικά) … Ναι… Είναι μια θεωρεία της ισορροπίας του σύμπαντος… ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει). Αφού λοιπόν το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην Κίνα μπορεί να φέρει καταστροφές στην Αμερική, φαντάσου λοιπόν ο θάνατος ενός ανθρώπου, τι καταστροφές μπορεί να φέρει στην κοινωνία.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Αδημονούσα). Αυτά όλα είναι θεωρίες κυρ Σταύρο, που είναι δύσκολο ν’ αποδειχτούν. Πες μου τώρα την ιστορία εκείνου του Έλληνα στη Σουηδία, γιατί πρέπει να πάω κάποια στιγμή στο σπίτι μου. Η μαμά διαμαρτύρεται που την άφησα τόσες ώρες μόνη της. «Πως και πως περίμενα αυτή τη μέρα» μου είπε πριν που πήγα επάνω, «που δεν έχεις μαθήματα να καθίσω μια μέρα μαζί σου και να μιλήσουμε για ένα σωρό προβλήματα που έχουμε εδώ στη γειτονιά που φαίνεται ότι κανείς δεν μας χωνεύει. Το έλεγα από τότε στον πατέρα σου ότι σε μια τέτοια λαϊκή γειτονιά, έχει πολλούς αριστερούς που δεν θα μας θέλουν. Κοντά σ’ αυτούς και οι πασόκοι μας κοιτούν με μισό μάτι»…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Ανοίγει δήθεν έκπληκτος το στόμα του, ενώ συγχρόνως χαμογελάει). Κρίμα…. Αυτή είναι η κοινωνία που πρέπει κανείς να προσαρμοστεί…. Τέτοια είναι η κατηφόρα της, που και σε μένα ακόμη δείχνουν μια εύγλωττη αδιαφορία…. Τέλος πάντων ας πούμε τώρα την ιστορία όπως μας την είπε εκείνος ο ελληνοσουηδός στο μπακαλικάκι…. (Παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει).

Αυτόν λοιπόν τον όμηρο της Γερμανίας, είχαν αρχίσει να τον παίρνουν τα χρόνια. Θα ήταν λέει ίσως πενήντα πέντε χρόνων, ίσως ακόμα και εξήντα. Εκτός όμως απ’ το μίσος του για τους γερμανούς είχε και μεγάλο καημό να βρει μια γυναίκα να παντρευτεί ή να μείνει μαζί της κι αν ήταν δυνατόν να κάνει και κανένα παιδί. (Σταματάει να πάρει ανάσες. Η Αγγελική τον κοιτάζει με μεγάλο ενδιαφέρον. Κυριολεκτικά κρέμεται απ’ τα χείλια του. Ξέρει πόσο καλός αφηγητής είναι).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον παροτρύνει κουνώντας και το χέρι της)…. Βαλε όσες σάλτσες μπορείς κυρ Σταύρο. Εσύ τα λες όλα σαν παραμύθια. Αυτές τις ιστορίες θα έχω να τις αφηγηθώ αύριο στους συμφοιτητές μου μόλις τελειώσουμε τα εργαστήρια. Προχώρα όμως και λίγο γρήγορα σε παρακαλώ…

ΣΤΑΥΡΟΣ. Το καλό φαί πρέπει να σιγοβράσει. Κατάλαβες;… Τέλος πάντων ο φίλος μας κατάφερε μια μέρα να βρει μια κοπέλα που είχε δυο παιδιά από τον προηγούμενο άντρα της που είχε πεθάνει… Ζάχαρη στο ψωμί του φίλου μας. Μέσα σε μια βδομάδα μετακόμισε στο σπίτι τους και συνδέθηκε αμέσως και με τα παιδιά, διότι σαν ταλαιπωρημένος που ήταν στη ζωή, έκρυβε μέσα του αστείρευτες πηγές ανθρωπιάς.

Να μη τα πολυλογούμε, ο καιρός περνούσε ευχάριστα και ο τρόπος ζωής του είχε αλλάξει εντελώς. Ενώ πριν όταν τελείωνε τη βάρδια του στη δουλειά καθόταν στην επιχείρηση με τις ώρες και χαζολογούσε με τον έναν και τον άλλο της επόμενης βάρδιας, μόλις μετακόμισε στης κοπέλας άρχισε να βιάζεται και να φεύγει ακόμα και πριν καλά καλά τελειώσει η βάρδια του. (Αναστενάζει). Βρήκε λοιπόν λιμάνι σαν το ναυαγό και έτρεχε να βρεθεί στο σπίτι και την οικογένεια που πάντα ονειρεύονταν στη ζωή του.

Κάποια μέρα όμως τα πράγματα φάνηκε ότι πήγαιναν στραβά…. Υποψιάστηκε ότι ένας άλλος άντρας είχε μπει ανάμεσα σ’ αυτόν και τη γυναίκα του. Παρακολούθησε και οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Αυτό όμως ήταν το ελάχιστο. Το ποιο τραγικό ήταν ότι αυτός που μπήκε ανάμεσά τους, ήταν…. γερμανός. Ένας γιγαντόσωμος γερμανός που δεν μπορούσε ούτε κατά διάνοια να συγκρουστεί μαζί του.

Αρχικά σκέφτηκε να τον σκοτώσει, αλλά αυτό δεν του έλυνε το πρόβλημα της συμβίωσης και της ήρεμης οικογενειακής ζωής που ένα διάστημα τώρα απολάμβανε…(Σταματάει)…. Φέρε μου λίγο νερό να βρέξω τα χείλια μου βρε Αγγελικούλα. Κόλλησε η γλώσσα μου…

(Η Αγγελική του δείχνει την κανάτα και το ποτήρι του που είναι γεμάτο. Σηκώνεται και του το προσφέρει).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Παρακλητικά). Κάθισε κιόλας κυρ Σταύρο μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Πεισματικά). Όχι. Όρθιος τα λέω πολύ καλύτερα και καλύτερα σημαίνει να ευχαριστηθείς περισσότερο εσύ…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κάνει κινήσεις με τα χέρια της που δείχνουν ότι βιάζεται να ακούσει τη συνέχεια). Καλά… Καλά… Κάνε όπως νομίζεις αλλά προχώρα.

ΣΤΑΥΡΟΣ (Την κοιτάζει λοξά). Θα συνεχίσω, αλλά με έναν όρο.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Αδημονώντας). Πες τον γρήγορα διότι πρέπει να ήρθε ο μπαμπακούλης μου που σπάνια τώρα τον βλέπουμε από τότε που έγινε υφυπουργός και σχεδόν μετακόμισε στην Αθήνα. Απόψε θα φάμε όλοι μαζί σαν οικογένεια και πλησιάζει η ώρα του φαγητού γιατί η μαμά λέει ότι δεν πρέπει να τρώμε και να βαρύνουμε το στομάχι μας μετά τις επτά, άντε βία βία επτάμιση…. Ξέρεις τώρα τι μανιακή είναι με κάθε τι που της κολλάει… Τώρα είναι με την υγιεινή διατροφή και την υγιεινή ζωή, ενώ αγοράζει μόνο βιολογικά προϊόντα. Ακόμα και τα κεφτεδάκια που σου έφερα δεν είναι από κρέας μοσχαριού, αλλά από κοτόπουλο και μάλιστα μεγαλωμένο βιολογικά…. Ελπίζω να σ’ αρέσει...

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελώντας). Για έναν που έτρωγε χρόνια το συσσίτιο στις φυλακές και τις εξορίες, αυτό το… κεφτεδοκοτόπουλο είναι ονειρεμένο έδεσμα… Μόνο που βρε κορίτσι μου μου εδώ και δυο μέρες μου έχει κοπεί τελείως η όρεξη…. Σκέπτομαι ότι μάλλον είμαι σοβαρά άρρωστος.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Ξινισμένα). Τι να πω. Είσαι και αγύριστο κεφάλι… Σταμάτησες τα χάπια της χημειοθεραπείας που σου έδωσε ο γιατρός και είναι φυσικό και επόμενο να μην βελτιώνεται ο καρκίνος σου, αλλά αντίθετα…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την διακόπτει)…. Για την όρεξη έλεγα λοιπόν ότι είναι παρατηρημένο ότι όταν κανείς είναι άρρωστος το πρώτο πράγμα που του κόβεται είναι η όρεξη. Όταν κάποια στιγμή ζητήσει από μόνος του να φάει, τότε λένε ότι ο άρρωστος συνήφερε και πάει προς το καλύτερο…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει με τη σειρά της). Ή προς το χειρότερο.. Αυτά που λες είναι λαϊκές εξυπνάδες και δεν ισχύουν στην ιατρική. Τέλος πάντων όσες φορές προσπάθησα δεν κατάφερα να σε πείσω για τα καλά αποτελέσματα της χημειοθεραπείας. Αντίθετα μάλιστα πεισμώνεις περισσότερο και κάνεις του κεφαλιού σου. Συνέχισε τώρα την ιστορία του όμηρου που έλεγες.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Αδιάφορα). Θα συνεχίσω αν μου υποσχεθείς ότι θα ξανάρθεις μετά το φαγητό…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Χωρίς καν να σκεφτεί). Εντάξει. Συνέχισε τώρα.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Δείχνει ανακουφισμένος)…. Θα γλιτώσω τη μοναξιά γι’ απόψε τουλάχιστον…. Λοιπόν ο φίλος μας στη Σουηδία αποφάσισε να τον συναντήσει και να μιλήσει μαζί του, πράγμα που έκανε.

Του είπε λοιπόν όλη την προηγούμενη ζωή του και τα βάσανά του, παρακαλώντας τον να μην συνεχίσει τις σχέσεις με τη γυναίκα του και του στερήσει τη γαλήνη και την ηρεμία που βρήκε η ψυχή του.

Ο άλλος γελούσε όλη την ώρα ειρωνικά και μάλιστα στο τέλος τον έβρισε και τον χλεύασε.

Ο φίλος μας δεν είπε τίποτε, ελπίζοντας ότι πάρα την χλεύη ο γερμανός θα κατέληγε σε ποιο σοβαρές σκέψεις, διότι δεν είχε και τίποτε να χάσει. Αυτός ήταν νέος, γεροδεμένος και όμορφος. Τι δουλειά είχε με τη μεσήλικα γυναίκα του σκέφτηκε και κάπως ησύχασε.

Μετά όμως από μερικές μέρες διαπίστωσε ότι ο γερμανός δεν έβαλε καθόλου μυαλό και συνέχισε στο ίδιο μοτίβο.

Ο έλληνας τον πήρε στο τηλέφωνο και του ξαναείπε τον πόνο του και την παράκλησή του ν’ αφήσει ήσυχη τη γυναίκα του. Ο γερμανός και πάλι τον χλεύασε και τον έβρισε.

«Τότε θα σε σκοτώσω», του είπε ο δικός μας σε μια τελευταία προσπάθεια να τον φοβίσει, πράγμα που δεν το κατόρθωσε.

Αγόρασε λοιπόν ένα πιστόλι στη μαύρη αγορά, πήγε στο σπίτι του που το γνώριζε και περίμενε κρυμμένος να επιστρέψει απ’ τη δουλειά του.

Κάποια στιγμή έφτασε ο γερμανός με τα’ αυτοκίνητό του και μπήκε στο γκαράζ. Ο δικός μας τον ακολούθησε. Ο γερμανός μόλις τον είδε, προσπάθησε να φύγει τρέχοντας. Τον πυροβόλησε στα πόδια, εκείνος έπεσε κάτω και πηγαίνοντας από πάνω του, του είπε.

«Σε είχα προειδοποιήσει με τον καλύτερο και ευγενικότερο τρόπο». Και του κοπάνησε άλλες έντεκα σφαίρες σ’ όλο του το σώμα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τινάζεται πάνω). Καλά τον έκανε τον πούστη…. Με συγχωρείς κυρ Σταύρο μου για τον ακατάλληλο χαρακτηρισμό… Αυτός πάντως ήθελε σκότωμα μετά μουσικής, ο αλητήριος.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Στο δικαστήριο όπως ήταν επόμενο τον ρώτησαν γιατί σκότωσε τον γερμανό και όχι τη γυναίκα που ήταν αυτή που πρόδωσε την εμπιστοσύνη του… Και ξέρεις Αγγελικούλα πια ήταν η απάντησή του; Μπορείς να σκεφτείς;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Αμήχανα). Υποθέτω διότι ήθελε να συνεχίσει τη ζωή μαζί της.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Θριαμβευτικά). Όχι…. Ούτε φυσικά κι εγώ θα μπορούσα να σκεφτώ την απάντησή του…. Τους είπε λοιπόν ότι δεν σκότωσε τη γυναίκα, αν και αυτή ήταν κανονικά για σκότωμα, επειδή έχει δυο παιδιά να μεγαλώσει, τα οποία ο ίδιος αγάπησε και δεν ήθελε να μείνουν ορφανά…. Κατάλαβες λοιπόν Αγγελική μου. Όλο αυτό μοιάζει με αρχαία τραγωδία… Έτσι δεν είναι;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Συνεπαρμένη)… Έτσι ακριβώς…(Κοιτάζει το ρολόι της πανικοβλημένη). Φεύγω… Φεύγω γρήγορα και θα επανέλθω μετά το φαγητό, όπως με ανάγκασες να υποσχεθώ. (Φεύγει τρέχοντας).

(Το παλιό ραδιόφωνα ακούγεται διαρκώς. Μόλις τελείωσε ένα τραγουδάκι της δεκαετίας του πενήντα με τη Γιοβάννα και ο εκφωνητής αναγγέλλει ότι ακολουθούν ειδήσεις)

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μονολογεί όπως πάντα όταν είναι μόνος, απευθυνόμενος όμως στους θεατές). Έχει δίκιο ο πατέρας της Αγγελικής. (Κοντοστέκεται). Δεν ξέρω γιατί τον αποκαλώ πάντα σαν ποτέρα της Αγγελικής ή ο γιος του Άγγελου. Ίσως είναι το γεγονός ότι τα έκανε πλακάκια με τη δεξιά…. Ή μάλλον φταίνε οι δικαιολογίες του γι’ αυτή του τη στάση που με εκνευρίζουν αφάνταστα, ή ίσως το ότι περίμενα να βρισκόμασταν στο ίδιο στρατόπεδο και με κάποιο τρόπο να αντικαθιστούσε στη συνήδησή μου τον παλιό μου φίλο.

Πρέπει βέβαια να παραδεχτώ ότι στη δουλειά του είναι πολύ καλός και μάλιστα όλα δείχνουν ότι δεν έχει ενσωματωθεί απόλυτα στους καινούριους συντρόφους του, από τους οποίους πολλές φορές παίρνει εκνευριστικές γι΄ αυτούς αποστάσεις.

(Κάνει μια γκριμάτσα εν κουνάει το κεφάλι του). Τι ήταν αυτό που ξεστόμισε πριν από μερικές μέρες στην τηλεόραση όταν συμμετείχε σε μια πολιτική συζήτηση; Εγώ βέβαια δεν έχω την πολυτέλεια να διαθέτω τηλεόραση, αλλά μου τα είπε με το νι και με το σίγμα ο μπακάλης, στον οποίο πηγαίνω τουλάχιστον τρεις φορές τη μέρα, ψωνίζοντας κάθε φορά ένα μόνο πράμα, αν και ξέρω ακριβώς τι χρειάζομαι για όλη τη μέρα. Νομίζω ότι είναι ένας καλός τρόπος να περνάω τη μέρα μου, εκτός απ’ το μαγείρεμα που το έμαθα στην εξορία.

Σε μια λοιπόν ερώτηση του συντονιστή της εκπομπής για το αν πραγματικά πιστεύει σα μέλος της κυβέρνησης στα νέα μέτρα ενίσχυσης των οικονομικά αδυνάτων, εκείνος απάντησε επί λέξη. «Δεν θα ήμουν ένας συνεπής μαρξιστής αν δεν τα πίστευα».

(Γελάει). Ο μπακάλης λέει ότι έγινε χαμός. Ο συντονιστής έδειξε τόσο έκπληκτος που κόντεψε να του φύγει όλος ο αέρας και όλη η μαγκιά. Ένας βουλευτής του ίδιου κόμματος φώναξε ότι αυτό που ξεστόμισε ο κύριος υφυπουργός αποτελεί ύβρη, ενώ τον επιτέθηκαν με σφοδρότητα και οι αντιπολιτευόμενοι, που θεωρούν τον μαρξισμό απόλυτη ιδιοκτησία τους.

Τέτοια κάνει ο γιος του αδικοχαμένου φίλου μου και μου φαίνεται ότι κατά βάθος τον συμπαθώ. (Στέκεται για μια στιγμή και δείχνει να σκέπτεται έντονα)…. Τώρα που είμαι μόνος μου μπορώ να παραδεχτώ ότι μάλλον τον αγαπώ, κυρίως για το θάρρος που έχει να λέει ανοιχτά τη γνώμη του και να επιμένει σ’ αυτήν…. Ολόιδιος ο πατέρας του που όταν στο στρατοδικείο ο βασιλικός τότε επίτροπος τον κάλεσε να ζητήσει συγγνώμη και να ενταχθεί, όπως είπε, «στις υγιείς εθνικές δυνάμεις», εκείνος σηκώθηκε και απάντησε ότι αυτό ακριβώς κάνει όλη του τη ζωή, στηρίζοντας τους αγώνες του ΚΚΕ.

(Από το ραδιόφωνο ακούγονται ανιαρές ειδήσεις όπως ότι σφοδρή κακοκαιρία ενέκυψε στην μεγάλη Βρετανία με έντονες χιονοπτώσεις. Ένα αυτοκίνητο παρεξέκλινε της πορείας του με αποτέλεσμα να βγει απ’ το οδόστρωμα και να τραυματιστούν δυο άτομα. Ο Σταύρος ακούει και συνεχίζει τον μονόλογό του).

Άκου τώρα ειδήσεις…. Είναι ποιότητα ενημέρωσης αυτό; Οι σημερινοί δημοσιογράφοι είναι σχεδόν όλοι τους για κλάματα, όπως για κλάματα είναι και όλο το πρόγραμμα… Ειδήσεις κάθε μισή ώρα και ενδιάμεσα δήθεν σχολιασμός της επικαιρότητας από άτομα που τελείως απροετοίμαστα παίρνουν θέση μπροστά στο μικρόφωνο κι αρχίζουν κάτι ψευτοαναλύσεις που σου σηκώνεται η τρίχα… Προχθές ένας απ’ αυτούς έκανε κάποια σχόλια για ένα συμβάν στη Μυτιλήνη, που είχε συμβεί στη Χίο. Πάρε λόγια και πήγαινε στο παζάρι, που έλεγε ο πατέρας μου. (Μουντζώνει με τα δυο του χέρια το ραδιόφωνο)… Οι ανοησίες και τα ψέματά σας δεν έχουν τελειωμό πεζεβέγκηδες…. Αλλά φυσικά δεν είστε μόνο εσείς… Είστε κι εσείς κομμάτι αυτής της κοινωνίας που αποσαρθρώνεται καθημερινά. Τα ίδια λέει κι αυτός ο δικηγόρος που μένει στο διαμέρισμα ακριβώς κάτω από μένα… Ξέχασα να μιλήσω γι΄ αυτόν στην Αγγελική. Είναι πολύ αξιόλογος άνθρωπος και μάλιστα ένα απόγευμα που συναντηθήκαμε στο ασανσέρ με κάλεσε στο σπίτι του να παρακολουθήσουμε μαζί από την τηλεόρασή του έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό…. «Εσύ φαίνεται ότι δεν έχεις τηλεόραση» μου είπε. «Πράγματι δεν έχω», απάντησα, «αλλά που το ξέρετε εσείς;». «Θα ακούγονταν» χαμογέλασε. «οι εργολάβοι χτίζουν τα σπίτια ακριβώς για ν’ ακούει ο καθένας τον διπλανό του. Εσείς δεν ακούτε τη δική μου τηλεόραση ιδιαιτέρα τα βράδια που έχει ησυχία;». «Βεβαίως και ακούω και μάλιστα στις τελευταίες εκλογές είχα χαμηλώσει το ραδιόφωνό μου, για να ακούω τα αποτελέσματα απ’ τη δική σας τηλεόραση διότι μου φάνηκε ότι οι αναλυτές ήταν καλύτεροι και ποιο αναλυτικοί στα σχόλιά τους» «Όλοι είναι για κλάματα», αντέτεινε. «Οι δημοσιογράφοι σήμερα δεν τιμούν το επάγγελμά τους όπως οι παλιοί που ενημέρωναν τον κόσμο και δεν πουλούσαν εξυπνάδες με άσχετους, ανόητους και εν πολλοίς διαστρεβλωμένους σχολιασμούς».

Πήγε μάλιστα στην τεράστια με νομικά βιβλία και περιοδικά βιβλιοθήκη του, έψαξε κοντά πέντε λεπτά και γύρισε με ένα νομικό περιοδικό που απ’ ότι θυμάμαι ονομάζεται ποινική δικονομία. Το γύρισε σε κάποια σελίδα και διάβασε τον τίτλο ενός άρθρου που μου έκανε τόση εντύπωση, που πάντα το φέρνω στο μυαλό μου, όταν ακούω απ’ το ραδιόφωνό μου τις ειδήσεις. Ο τίτλος ήταν «Δημοσιογραφική παντογνωσία και κοινωνική παραπληροφόρηση. Μια κορυφαία νομική διαστρέβλωση».

Μου διάβασε μάλιστα και ολόκληρο το άρθρο που όπως είπε ήταν γραμμένο από έναν σπουδαίο ποινικολόγο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ο συγγραφέας του άρθρου είχε εντοπίσει τουλάχιστον επτά σημεία άγριας νομικής παραπληροφόρησης από τους δημοσιογράφους, τους οποίους πολύ εύστοχα χαρακτήριζε παντογνώστες…. Είμαι βέβαια σίγουρος ότι αυτόν τον σπουδαίο επιστήμονα που είχε το ανάστημα να τους κατακεραυνώσει, ποτέ δεν θα τον καλούσαν σε διάφορα στρογγυλά τραπέζια που στήνουν κάθε τόσο και καλούν διάφορους άσχετους, τους οποίους επιπλέον δεν τους αφήνουν να ολοκληρώσουν έστω κι αυτές τις ελλιπείς θέσεις τους.

Τα περισσότερα με τον δικηγόρο τα είπαμε μετά τον αγώνα. Ο γείτονάς μου έδειξε αμέσως ότι υποστήριζε τον Παναθηναϊκό, οπότε εγώ που είμαι φίλαθλος και όχι οπαδός, πήρα το μέρος του Ολυμπιακού για να υπάρχει και μεταξύ μας μια μικρή κόντρα που λένε…. Μαζί του συναντήθηκα μόνο ακόμη μια φορά. Δυστυχώς έχω καταντήσει μισάνθρωπος και κλεισμένος στο σπίτι μου να μονολογώ ολημερίς. Ίσως αυτή η συμπεριφορά μου να οφείλεται στο γεγονός ότι στα τόσα χρόνια φυλακής και εξορίας, είχα συνηθίσει να είμαι επιφυλακτικός με τις νέες γνωριμίες, μια και η ασφάλεια διαρκώς έστελνε χαφιέδες ανάμεσά μας που παρίσταναν τους αγωνιστές και είχαν σκοπό να παίρνουν λόγια απ’ τον καθένα μας και να ενημερώνουν την ασφάλεια. Έτσι λοιπόν δεν έδειξα κανένα ενδιαφέρον να ανταμώσουμε ξανά, αν και η συζήτηση που έκανα μαζί του και κράτησε αρκετά μετά τα μεσάνυχτα ήταν παρά πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί δεν είχε να κάνει με τα ποδοσφαιρικά, αλλά με πολιτικά και ιδεολογικά θέματα, μια και όπως αποδείχτηκε κι αυτός ο ίδιος πίστευε στον σοσιαλισμό, αλλά ήταν έντονα προβληματισμένος. Στο τέλος φεύγοντας τράβηξε ένα βιβλίο απ’ τη βιβλιοθήκη του και μου το έδωσε δείχνοντας με το δάχτυλό του τον τίτλο.

«Ο Μαρξ στο Σόχο».

Σχέσεις γειτόνων δεν δημιουργήσαμε ποτέ, αν και όπως είπα πριν συναντηθήκαμε ακόμη μια φορά και παρακάτω θα εξηγήσω με λεπτομέρειες πως συνέβη αυτό.

Το θεατρικό αυτό έργο το διάβασα ολόκληρο την άλλη μέρα και μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Η ιστορία είναι ότι ο Μαρξ επιστρέφει με άδεια στη γη, αλλά αντί για να επιστρέψει στο Σόχο του Λονδίνου όπου έζησε χρόνια, επιστρέφει κατά λάθος στο Σόχο της νέας Υόρκης, όπου παρατηρεί και διαβάζει τις σύγχρονες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις και τις σχολιάζει μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο και κατανοητό τρόπο…. Εκείνο που με έκανε να στραβομουτσουνιάσω ήταν ένα σημείο στον πρόλογο του συγγραφέα που λέει. (Παίρνει από τη μικρή βιβλιοθήκουλα του ένα βιβλίο, το ανοίγει σε κάποια σελίδα, φοράει τα γυαλιά του και κοιτάει προς το κοινό)… Πέρασαν μήνες κι ακόμα να επιστρέψω το βιβλίο στον άνθρωπο…. Πρέπει να το κάνω το ταχύτερο… Ίσως ακόμα και σήμερα… (Διαβάζει απ’ το βιβλίο).

«Έγραψα το έργο αυτό μια εποχή που η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε φέρει σχεδόν καθολική ευφορία στον παραδοσιακό τύπο και στους πολιτικούς της χώρας. Όχι μόνο είχε εξαφανιστεί ο εχθρός, αλλά και ο ίδιος ο μαρξισμός είχε απολέσει το κύρος του. Ο καπιταλισμός και η ελεύθερη αγορά, είχαν θριαμβεύσει. Ο Μαρξ ήταν στ’ αλήθεια νεκρός. Θεώρησα σημαντικό λοιπόν να κάνω σαφές ότι ούτε η Σοβιετική Ένωση ούτε άλλες χώρες που αυτοαποκαλούνταν μαρξιστικές ενώ είχαν αυταρχικά καθεστώτα, δεν εκπροσωπούσαν την έννοια του σοσιαλισμού όπως τον εννοούσε ο Μαρξ. (Κλείνει το βιβλίο με αργές κινήσεις, βγάζει τα γυαλιά του και ρωτάει.)

Υπάρχει άραγε κανείς που θα πίστευε ότι αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια όπως την παρουσιάζει ο συγγραφέας; Καλή θα έλεγα η κάθε κριτική, αλλά και ο μηδενισμός είναι το κατακάθι της κριτικής, όπως έλεγε ο Αντωνέλης.

Ήταν λοιπόν ένα χειμωνιάτικο πρωινό, όταν χτύπησε η πόρτα μου που ποτέ δεν τη μανταλώνω. Την αφήνω ανοιχτή ώστε όποιος θέλει, ακόμη κι από σας, μπορεί να πατήσει την μπετούγια και να μπει σα στο σπίτι του. Αυτός είναι ένας, παράδοξος θα μου πείτε, τρόπος να τιμάω τους δικούς μου και την εποχή μου, όταν ο κόσμος το μόνο για το οποίο δεν ενδιαφερόταν, ήταν να κρατάει τη μέρα την πόρτα του κλειδωμένη. (Κάνει μια αόριστη κίνηση με το χέρι του). Τέλος πάντων είπα «εμπρός πέρνα όποιος είσαι» και η πόρτα άνοιξε δειλά και στο κατώφλι της φάνηκε ο δικηγόρος. Σηκώθηκα να τον προϋπαντήσω και του πρόσφερα κάθισμα, αλλά εκείνος έδειξε ότι βιάζεται πολύ.

«Πρέπει να πάω αμέσως στο γραφείο μου που με περιμένει πελάτης… Έτσι αποκαλούμε εμείς οι δικηγόροι αυτούς που απευθύνονται σε μας όταν έχουν δοσοληψίες με τη δικαιοσύνη… Πελάτες… Τέλος πάντων ήρθα να σε πω ότι το βραδύ θα πάμε στο θέατρο οι δυο μας».

«Στο θέατρο;», απόρησα.

«Μάλιστα στο θέατρο και δεν θα σου πω, ούτε ποιο έργο θα παρακολουθήσουμε, ούτε σε ποια αίθουσα. Θα περάσω κατά τις οκτώ και μισή να σε πάρω».

Το θέατρο ήταν το Μελίνα Μερκούρη του δήμου Καλαμαριάς και το έργο ήταν αυτό ακριβώς που σας ανάφερα προηγουμένως. Ο Μαρξ στο Σόχο. Έπαιζε θαυμάσια ο ηθοποιός Αντωνόπουλος που εγώ τον είχα ακούσει μόνο από αφηγήσεις, διότι όταν εκείνος γινόταν πανελλαδικά γνωστός, εγώ βρισκόμουν στα ξερονήσια.

Στην επιστροφή ανάφερα στο γείτονά μου τον προβληματισμό μου για την καθημερινή καταδίκη απ’ όλους κι από όλα της Σοβιετικής Ένωσης και κείνος μου απάντησε χαμογελώντας, ότι αν παραδεχόμουν κάτι τέτοιο, θα αποδείκνυα στον εαυτό μου ότι όλη μου η ζωή πήγε στράφι. Αυτές ήταν και οι τελευταίες κουβέντες που αντάλλαξα με τον γείτονά μου μέχρι τώρα. Μου είναι όμως πολύ συμπαθής κι αυτές τις μέρες θα τον επισκεφτώ με την πρόθεση να δημιουργήσω μια ποιο στενή και φιλική σχέση μαζί του. Πρέπει οπωσδήποτε να έχω έναν φίλο με τον οποίο να συνομιλώ κι όχι να κάθομαι κλεισμένος εδώ μέσα και να μονολογώ σαν τον τρελό.

(Σηκώνει το χέρι του με προτεταμένο τον δείκτη)…Παραλίγο με την πολυλογία μου να ξεχάσω τους δημοσιογράφους απ’ όπου ξεκίνησα κι έφτασα στους συγγραφείς και τα θέατρα. (Γελάει).

Τι ήταν και κείνες οι κουβέντες σε μια συζήτηση προχθές στο ραδιόφωνο με θέμα τις παλιές και τις νέες συνήθειες και τον τρόπο ζωής… Ένας από κείνους τους πολύξερους διατείνονταν ότι παλιά δεν υπήρχε στο αλισβερίσι καμιά εξασφάλιση, ενώ σήμερα με τις επιταγές και τα γραμμάτια ο κάθε ένας διασφαλίζει τα λεφτά του και το εμπόρευμα του. (Ξαναμουτζώνει προς την πλευρά του ραδιοφώνου)… Να και συ παλιοβλάκα… Δεν ήμουν βέβαια εκεί να του πω εγώ αυτουνού του ανισόρροπου που δεν είχε γεννηθεί τότε, ότι εγώ που τα καλοκαίρια – στο δημοτικό ακόμα - δούλευα στο μαγαζί του θειου μου στον Αϊ Νικόλα που ήταν η καρδία και η πιάτσα της Καβάλας, παρατηρούσα τα λεφτά και το εμπόρευμα να δίνονται με καλή πίστη και να ξοφλούνται με τον ίδιο τρόπο…. Απέναντι μάλιστα απ’ το μαγαζί του θειου μου κάθονταν σχεδόν ολημερίς ο χασάπης, που πάντα είχε πολλά λεφτά στην τσέπη του, έτοιμος ν’ αγοράσει όποιο ζώο εύρισκε σε τιμή ευκαιρίας. Πήγαινε λοιπόν σ’ αυτόν όποιος είχε ανάγκη και του ζητούσε δανικά, ας πούμε χίλιες δραχμές, που ήταν αρκετά χρήματα εκείνη την εποχή. Η μόνη προϋπόθεση ήταν αυτός που ζητούσε τα δανικά να ήταν πελάτης του χασαπιού του.

Ο χασάπης έβαζε το χέρι στην τσέπη και τραβούσε ένα χοντρό σα την παλάμη του μάτσο με κατοστάρικα. Μετρούσε δέκα και τα έδινε. Έκοβε έπειτα ένα κομμάτι από στρατσόχαρτο, έπαιρνε ένα μολύβι κι έγραφε.

«Στον Παναγιώτη τον λαδέμπορο χίλιες δραχμές». Του το έδειχνε, ο Παναγιώτης έγνεφε καταφατικά κι ο χασάπης έβαζε το χαρτί στο τσεπάκι του σακακιού του. Αυτό ήταν το γραμμάτιο και η επιταγή.

Αλίμονο σε κείνον που δεν ξοφλούσε αυτά τα γραμμάτια. Όλη η αγορά και η πίστη έκλεινε οριστικά γι’ αυτόν.

(Αναστενάζει)…. Αχ… Άλλη αίσθηση της τιμής εκείνη την εποχή… Τον Βλάση… που τον θυμήθηκα τώρα μετά από τόσα χρόνια…

(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει φουριόζα η Αγγελική).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Με τη μπουκιά στο στόμα ήρθα. (γελάει). Είπα την ιστορία με το λιοντάρι στους δικούς μου και ο μπαμπακούλης μου ακόμα γελάει. «Ο Σταύρος είναι ο καλύτερος παραμυθάς και φαντάζομαι ότι έβαλε μπόλικη σάλτσα. Εγώ πάντως τον αγαπώ σαν πατέρα μου, άσχετα αν διαφωνούμε σε όλα τα θέματα». Κατάλαβες τώρα κυρ Σταύρο; Όλοι σε αγαπάμε στην οικογένειά μας. Ο μπαμπακούλης μου υποψιάζομαι ότι σε ζηλεύει και λιγάκι, διότι έμεινες πιστός και άκαμπτος – όπως λέει – στην ιδεολογία σου.

Του είπα φυσικά αυτό που μου είπες, ότι δηλαδή η ανάμνηση του παλιού σου φίλου και η ιδεολογία σου είναι τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτεις. Ο μπαμπάς έμεινε για πολλή ώρα σκεφτικός, αλλά δεν το σχολίασε καθόλου. Κατάλαβα όμως από μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα του ότι επιδοκίμασε…. Μην παίρνεις όμως τοις μετρητοίς αυτή μου την άποψη, διότι δεν είμαι καθόλου σίγουρη.

ΣΤΑΥΡΟΣ.(Κάνει μια καθησυχαστική κίνηση με το χέρι του)… Μη βασανίζεσαι κορίτσι μου να βγάλεις συμπεράσματα. Ο ζηλιάρης είμαι εγώ που δεν κατάφερα να περάσω τον Ρουβίκωνα που λέμε, και να προσαρμοστώ στις σημερινές συνθήκες…. Πολλές φορές όταν είμαι μόνος και δεν παραμιλάω όπως συνήθως, διερωτάμαι τι θα έκανε και πως θα συμπεριφερόταν ο φίλος μου και παππούς σου αν ζούσε σήμερα… Και μπορώ να πω ότι μάλλον ήταν τυχερός που εκτελέστηκε και δεν έζησε την πτώση, την κατάπτωση θα έπρεπε να πω, της μεγάλης Σοβιετικής Ένωσης, την οποία με πάθος υποστήριξε στο στρατοδικείο…. Τέλος πάντων… Με έχεις καταφέρει να σου λέω και τις ποιο μύχιες σκέψεις μου….. Ας αλλάξουμε όμως θέμα για να σου πω αυτά για τα οποία μονολογούσα τώρα που έλειπες… Για τον διαφορετικό τρόπο που βλέπαμε κείνα τα χρόνια τη ζωή και τις αξίες της…. (Παίρνει βαθιές ανάσες για να συνεχίσει χειρονομώντας και περπατώντας).

Στη σημερινή εποχή τα πράγματα ξέφυγαν από κάθε ηθική αξία και για να καταλάβεις τι εννοώ θα σου πω, ότι ένα πολύ σοβαρό προτέρημα που αναγνωρίζεται στους ανθρώπους, είναι το ότι είναι τίμιοι….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έκπληκτη). Δεν είναι η τιμιότης προτέρημα κυρ Σταύρο; Δεν λέμε ότι ο τάδε είναι τίμιος και ειλικρινής;

ΣΤΑΥΡΟΣ.(Βάζει το δάχτυλο του κάθετα στα χείλια του). Σσσς… κορίτσι μου. Αυτό εσύ δεν πρέπει να το λες… Καλοί, δεν λέω αυτοί οι χαρακτηρισμοί, αλλά δεν είναι καθόλου προτερήματα, αφού είναι αυτονόητο ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι τίμιος και ειλικρινής. Εκείνα τα χρόνια αυτά δεν ήταν προτερήματα. Ο κόσμος όταν ήθελε να πει κάτι καλό για κάποιον, έλεγε ότι ήταν καλός οικογενειάρχης, καλός μάστορας στη δουλειά του, καλός πατέρας ή μητέρα και σεμνός. Τα περί τιμιότητας και ειλικρίνειας θεωρούνταν αυτονόητα χαρακτηριστικά…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κουνάει το κεφάλι της). Ίσως έχεις δίκιο… Χθες μια φίλη και συμφοιτήτρια μου μου έλεγε για έναν υδραυλικό στη γειτονιά τους, που όλοι λένε ότι είναι καλός και τίμιος. Τον κάλεσαν λοιπόν στο σπίτι τους να διορθώσει μια βρύση που έσταζε και αφού τελείωσε σε δέκα λεπτά τους ζήτησε όσα χρήματα αντιστοιχούν σε τρία μεροκάματα, όπως είπε η φίλη μου… «Τι σοι τίμιος και καλός μπορεί είναι αυτός ο τύπος;» Διερωτήθηκε η φίλη μου.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάνει με τα χέρια και το σώμα μια κίνηση που δείχνει ότι δικαιώνεται). Είδες λοιπόν;… Τέλος πάντων τώρα που έλειπες θυμήθηκα έναν παλιό φίλο, πατριώτη μου και συναγωνιστή, τον Βλάση. Πατριώτης και σύντροφος απ’ τους καλούς, που μοιραζόμασταν το ίδιο κελί στη φυλακή. Στο στρατοδικείο έδειξε μια ιδιαίτερη επιθετικότητα αναζητώντας την καταδίκη του σε θάνατο, αλλά οι στρατοδίκες για κάποιο ανεξήγητο λόγο δεν του έκαναν – όπως έλεγε - το χατίρι.

«Δεν την αντέχω τη φυλακή Σταύρο μου», μου είπε όταν τον ρώτησα γι’ αυτή την επίμονη του να προτιμάει το ντουφέκι αντί για τη φυλακή.

Είχε μια πολλή όμορφη γυναίκα που εγώ με το πονηρό μυαλό μου υπολόγισα ότι αυτά που έλεγε ήταν παραμύθια και ότι εκείνο που τον έτσουζε ήταν ο χωρισμός απ’ τη γυναίκα του.

Κάθε φορά λοιπόν που εκείνη τον επισκέπτονταν στη φυλακή, δεν είχε να της πει άλλο τίποτα, πάρα μόνο ότι αργοπεθαίνει εκεί μέσα και να κάνει ότι είναι δυνατόν να τον βγάλει.

«Και κατουρημένες ποδιές να φιλήσεις αν χρειαστεί. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα. Εγώ ξέρεις καλά ότι είμαι άνθρωπος του πελάγους σαν ψαράς της τράτας που ήμουν. Εδώ είμαι σα το λιοντάρι στο κλουβί»…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Απόλυτο δίκιο είχε ο άνθρωπος, αλλά και τούτο πάλι να προτιμάει το θάνατο απ’ τη φυλακή δεν ξανακούστηκε… Περίεργος τύπος… Λοιπόν…. Λοιπόν;

ΣΤΑΥΡΟΣ. Η γυναίκα λοιπόν του Βλάση έκανε ακριβώς αυτό που της ζητούσε, διότι πρέπει να σου πω ότι κι αυτή τον αγαπούσε με πάθος και τον θαύμαζε… Τέλος πάντων ήταν εκεί στη γειτονιά τους ένας έμπορος με μια τεράστια αποθήκη, «Εδώδιμα - Αποικιακά», που χρόνια τώρα την γλυκοκοίταζε και κάπου κάπου της πετούσε και την απαραίτητη σπόντα.

«Μόνη γυναίκα πως αντέχεις χωρίς άντρα δίπλα σου;».

Ήταν όμως έξυπνη και καθόλου πρόστυχη θα μπορούσα να πω, διότι με την τόση επίμονη του Βλάση, στο τέλος δεν παραδόθηκε, αλλά έκανε μια συμφωνία σαν καλή έμπορος με τον Εδώδιμα – Αποικιακά.

Μετά από παζάρια μαζί του κατέληξαν ότι θα του … καθόταν που λέμε πέντε φορές αν κατάφερνε να βγάλει τον άντρα της απ’ τη φυλακή. Εκείνος ζητούσε δέκα φορές, εκείνη μια, αλλά μόλις έμαθε ότι η απελευθέρωση του Βλάση θα κόστιζε εκατό ολόκληρες και ολόχρυσες λίρες, αντιλήφθηκε από μόνη της ότι έπρεπε να κάνει περισσότερες…. υποχωρήσεις.

(Σταματάει και πάλι για να πάρει κάποιες βαθιές ανάσες, ενώ φέρνει το χέρι του και πάλι στο στήθος και κάθεται στην πολυθρόνα. Δείχνει να υποφέρει από εντόνους πόνους. Η Αγγελική πλησιάζει και σκύβει πάνω του.)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Αύριο πρωί πρωί στον καρδιολόγο. Πάμε όμως τώρα μέσα να ξαπλώσεις ώσπου να σου περάσει…. Γνωρίζω ότι ο πόνος αυτός είναι πολύ έντονος….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Με δυσκολία). Δεν είναι τίποτα… Σε λίγο θα μου περάσει. (Τεντώνει το κορμί του πάνω στην πολυθρόνα και φαίνεται ότι αυτό τον ανακουφίζει.)

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έντρομη). Να καλέσω γιατρό κυρ Σταύρο μου…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την διακόπτει με έντονο για την κατάστασή του ύφος). Ούτε καν να σου περάσει απ’ το μυαλό… Τους γιατρούς δεν τους θέλω καθόλου… Ξέρεις τι έκαναν αυτοί εκείνα τα χρόνια των εκτελέσεων;… Έσκυβαν πάνω απ’ τον εκτελεσμένο, έπιαναν την καρωτίδα του και βεβαίωναν τον θάνατό του… Αν όμως ο άνθρωπος δεν είχε πεθάνει, τότε έκαναν νόημα στον επικεφαλής αξιωματικό να του δώσει τη χαριστική βολή. Αυτή βέβαια τη χαριστική βολή έπρεπε να τη δώσουν πριν τον δει ο γιατρός, αλλά έκαναν και κάποια οικονομία στα πυρομαχικά, ώστε να δοθεί η χαριστική βολή, μόνο εάν ο εκτελεσθείς δεν είχε πεθάνει απ’ το απόσπασμα…. Κατάλαβες για τι σοι ανθρώπους πρόκειται….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δυσανασχετεί). Γι’ αυτό το λόγο βάζεις όλους τους γιατρούς στο ίδιο σακί; Με προσβάλεις έξαλλου διότι σε δυο χρόνια θα είμαι κι εγώ γιατρός…

ΣΤΑΥΡΟΣ (Έχει εν τω μεταξύ συνέλθει. Σηκώνεται και συνεχίζει τις βόλτες του μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Αγγελικής. Συνεχίζει την αφήγηση).

.Βγήκε το λοιπόν απ’ το στρατοδικείο απόφαση ο Βλάσης να αποφυλακιστεί. Η χαρά του δεν περιγραφόταν. «Ας είναι καλά η γυναικούλα μου που είναι ικανή και όλα τα καταφέρνει στο τέλος».

Ώσπου όμως να εκτελεστεί η απόφαση του στρατοδικείου για την αποφυλάκισή του, πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες και στο διάστημα αυτό – όπως έμαθα αργότερα – η γυναίκα του εκπλήρωσε τους ορούς της συμφωνίας που είχε κάνει με τον μεγαλέμπορο.

Πέρασαν από κείνη τη μέρα κοντά δυο χρόνια και το ζήτημα μαθεύτηκε απ’ τον ίδιο τον μεγαλέμπορα που ζητούσε απ’ τη γυναίκα του ….παράταση της συμφωνίας τους κι επειδή εκείνη αρνιόταν πεισματικά, εκείνος άρχισε να διαδίδει τα περί της συμφωνίας που είχε κάνει μαζί της και μάλιστα πόσο συνεπής ήταν στις υποχρεώσεις της, που ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι το έκανε πραγματικά με την καρδιά της.

Φυσικά δεν άργησε να φτάσει και στ’ αυτιά του Βλάση, όταν μια μέρα στο καφενείο που σύχναζαν οι ψαράδες, αφηγιόταν τα της φυλακής του.

Κάποιος πετάχτηκε και είπε ότι ακόμα θα ήταν στη φυλακή, αν δεν φρόντιζε εκείνος ο μεγαλέμπορας.

«Τι δουλειά έχει αυτός. Η γυναίκα μου πήγε και παρακάλεσε τον στρατοδίκη που είναι μικρανεψιός της θειας της και κείνος φρόντισε να ελευθερωθώ».

«Ρώτα τη γυναίκα σου και μετά ρώτα και τον μεγαλέμπορο τι είδους συμφωνία έκαναν. Η λευτεριά σου κόστισε εκατό ολόχρυσες, που τις πλήρωσε ο μεγαλέμπορος. Δε σε κάνει εντύπωση γιατί το έκανε;»

«Εκατό λίρες;», έκανε ξέπνοα ο Βλάσης και κοίταξε παρακλητικά τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου.

Εκείνοι με τη σιωπή τους ουσιαστικά το επιβεβαίωσαν.

Ο Βλάσης έφυγε αμέσως και πήγε στα μπεντένια που λέμε εκεί έναν ψηλό βράχο που είναι δίπλα στη θάλασσα. Πήδηξε από κει και πνίγηκε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Συνοφρυωμένη). Ο Καημένος. Να αποφυλακιστεί ήθελε όχι όμως και να γίνει κερατάς. Αυτά είναι που λέμε τα δράματα της ζωής… Μια λάθος επιλογή και η καταστροφή έρχεται σχεδόν νομοτελειακά…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την κοιτάζει με σημασία). Ποια εννοείς ήταν η λάθος επιλογή του Βλάση;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έντονα). Λάθος επιλογή αυτού του ανθρώπου, που μπορεί να ήταν συμπτωματική, είναι η επιλογή ιδεολογίας που δεν ήταν σύμφωνη με την ιδεολογία και τις απαιτήσεις των νικητών του εμφυλίου… Ίσως όλα στη ζωή να είναι μια σύμπτωση…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Την διακόπτει). Κατά την άποψή σου δηλαδή δεν έχει καμιά σημασία ότι με το καπιταλιστικό σύστημα, κάποιοι με λεφτά μπορούν να εκβιάζουν μ’ ανήθικο τρόπο τον λαό;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Αποφασιστικά). Όχι… Αυτά τα θέματα δεν είναι συνάρτηση των ιδεολογιών, αλλά των ζωωδών ενστίκτων του άνθρωπου. Και για να γίνω ποιο σαφής θα σου πω την ιστορία ενός φίλου και συμφοιτητή μου, που ο πατέρας του μετά τον εμφύλιο, βρέθηκε σε μια απ’ αυτές τις λεγόμενες τότε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Μετά από δέκα χρόνια εκεί, έφτασε στο σημείο ο νόστος για την Ελλάδα να είναι τόσο έντονος, που ζητούσε απελπισμένα να γυρίσει πίσω. Από τις ελληνικές αρχές φάνηκε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στον επαναπατρισμό του, διότι ένας βουλευτής που ήταν συγγενής της γυναίκας του φρόντισε να πάρει βίζα για να επιστρέψει. Το πρόβλημα όμως ήταν οι αρχές εκείνης της χωράς που δεν του επέτρεπαν να φύγει. Η γυναίκα του τότε, μια μέσης ηλικίας αλλά πολύ… ζουμερή, όπως λέμε τις μεστωμένες και όμορφες γυναίκες, έβαλε πείσμα να φέρει τον άντρα της πίσω, διότι μεταξύ άλλων το μονάκριβο παιδί τους μεγάλωνε και αναζητούσε τον πάτερα του.

Ξέρεις τώρα πολύ καλά κυρ Σταύρο τι γινόταν με τα παιδιά των εκπατρισμένων στα σχολεία.

Όλα τα παιδιά το κορόιδευαν.

Ζήτησε λοιπόν να βγάλει μια βίζα από το προξενείο της χώρας που ήταν ο άντρας της και το κατάφερε κάνοντας ηθική, θα λέγαμε, παραχώρηση, στον γραμματέα του προξενείου.

Πήρε μετά το τρένο και πήγε στον άντρα της.

Μόλις τον συνάντησε κι αφού είπαν τα δικά τους, τον ρώτησε αμέσως και χωρίς περιστροφές.

«Ποιος είναι ο υπεύθυνος για την άδεια να επιστρέψεις στην Ελλάδα;»

Της είπε για κάποιο ανώτερο ή ανώτατο κομματικό στέλεχος και τη ρώτησε τι σκόπευε να κάνει.

«Θα του δώσω κώλο, προκειμένου να γυρίσεις πίσω σε μένα και κυρίως στον γιο μας που σε αναζητά διαρκώς και μάλιστα αρνείται να πάει στο σχολείο επειδή τον κοροϊδεύουν οι συμμαθητές του».

Ο άνθρωπος έμεινε κάγκελο που λέμε. Σκέφτηκε όλη νύχτα και το πρωί είχε πάρει την απόφαση του.

«Να πας», είπε πικραμένος. «Πάνε και κάνε ότι νομίζεις».

Πήγε λοιπόν η γυναίκα και όχι μόνο χρειάστηκε την κατανόηση αυτού του κομματικού στελέχους, αλλά και άλλων δυο συντρόφων του με ότι φυσικά αυτό συνεπάγονταν.

Τελικά ο άνθρωπος γύρισε εδώ στην Ελλάδα, αλλά δεν αυτοκτόνησε όπως έκανε ο φίλος σου ο Βλάσης. Πέθανε μετά από μερικά χρόνια από καρκίνο. Τη μέρα της κηδείας του αρρώστησε και η γυναίκα του από καρκίνο κι αυτή και πέθανε μετά από πέντε χρόνια.

Άφησε στο γιο της ένα γράμμα όπου του εξιστορούσε όλα αυτά που σου αφηγήθηκα και οι τελευταίες λέξεις της πριν πεθάνει ήταν.

«Παιδί μου, παντού τα πάντα».

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Σκέπτεται για λίγο). Η αλήθεια είναι ότι έχω ακούσει κι εγώ διαφορές αφηγήσεις από συντρόφους που επαναπατρίστηκαν και που έχουν να κάνουν με αδικίες και ηθικές καταπτώσεις σε κείνες τις χώρες. Πιστεύω όμως ότι τα φαινόμενα αυτά αποτελούν στοιχείο του καπιταλισμού και είναι άγνωστα στο σοσιαλισμό… Αυτοί οι άνθρωποι εκεί που συμπεριφέρθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο, είχαν τα κατάλοιπα του καπιταλισμού στις συμπεριφορές τους.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελάει δυνατά). Τι θεωρητικολογίες ειν’ αυτές κυρ Σταύρο μου; Πολύ σωστά το είπε η μητέρα του φίλου μου. «Παντού τα πάντα».

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Απότομα). Ίσως… Σσσς… (Γυρίζει και πλησιάζει το ραδιόφωνο)…. Ν’ ακούσουμε αυτή την είδηση. (Από το ραδιόφωνο ακούγεται ο εκφωνητής).

.Μια νέα τρομοκρατική ομάδα έκανε την εμφάνησή της με κείμενο που άφησε σε τηλεφωνικό θάλαμο για να την παραλάβει μετά από τηλεφώνημα η εφημερίδα «Το ποντίκι». Η οργάνωση αναλαμβάνει την ευθύνη για τον θανάσιμο τραυματισμό του αστυνομικού πριν από δυο μέρες στο Παγκράτι και δηλώνει ότι θα συνεχίσει τις εκτελέσεις όχι μόνο αστυνομικών, αλλά και των ξεπουλημένων παραγόντων του καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Φεύγει κοντά απ’ το ραδιόφωνο, αδιαφορώντας για τις αναλύσεις που ακολουθούν και πλησιάζει την Αγγελική).

Η σημερινή παγκοσμία οικονομική κρίση που είναι μέρος του καπιταλιστικού συστήματος, θα δημιουργήσει πολλές τέτοιες ανεξάρτητες ομάδες που νομίζουν ότι θα βάλουν τάξη στο σύστημα…. Πολλοί απ’ αυτούς τους νέους είναι παιδιά αστικών οικογενειών και εκδικούνται τους γονείς τους που τους μεγάλωσαν με βούτυρο και μέλι, όπως λέγαμε εκείνα τα χρόνια… Τέτοια φαινόμενα συνάντησα πάρα πολλά στη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής μου και μπορώ να πω ότι όσοι αστοί εντάσσονταν στο επαναστατικό κίνημα, ήταν αυτοί που ζητούσαν πάντα περισσότερο αίμα, περισσότερες βίαιες ενέργειες και λιγότερη πολιτική.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (με έξαψη). Δεν με νοιάζει καθόλου αν είναι παιδιά αστικών οικογενειών ή παιδιά της εργατικής τάξης. Εκείνο που καταλαβαίνω είναι ότι οι νέοι σήμερα είναι αγανακτισμένοι, βαθιά θυμωμένοι και φυσικά άνεργοι. (Συνεχίζει με έξαψη). Περισσότερο απ’ όλα καίει το γεγονός της ανασφάλειας. Όσο κι αν σπουδάσουν, όσο κι αν προσπαθήσουν το αποτέλεσμα είναι ένα. ΑΝΕΡΓΙΑ (Τη λέξη την τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση), ή στην καλύτερη περίπτωση ένας μισθός επτακοσίων ευρώ και χωρίς κανένα μέλλον να προδιαγράφεται.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Σηκώνει τον δείκτη του χεριού του και τον κουνάει προς το μέρος της). Πρέπει Αγγελικούλα να σου πω ότι συμφωνώ απόλυτα μαζί σου και έχω να προσθέσω κάτι ακόμα που έχει σχέση με σένα την ίδια που σε δυο χρόνια τελειώνεις την ιατρική και θα βγεις στην κοινωνία να βρεις δουλειά και εισόδημα.

Κάποιος νοσηρός εγκέφαλος τα τελευταία χρόνια σκέφτηκε και αποφάσισε ότι όλοι οι έλληνες θα πρέπει να γίνουν επιστήμονες. Ατέλειωτες στρατιές λοιπόν πτυχιούχων βγαίνουν κάθε χρόνο απ’ τα πανεπιστήμια. Οι γιατροί γίναν ατέλειωτοι σε αριθμό, το ίδιο και οι δικηγόροι, οι μηχανικοί, οι αρχιτέκτονες, οι οικονομολόγοι, σε τέτοιο βαθμό, που να μην μπορούν να ασκήσουν το επάγγελμα για το οποίο χρόνια βασανίστηκαν στα θρανία. Άκουσα ότι κάποιοι νέοι που τέλειωσαν το πολυτεχνείο, στην απελπισία τους άνοιξαν σουβλατζίδικο. Έβγαλαν λοιπόν τα πτυχία τους φωτοτυπίες και μέσα σ’ αυτές τυλίγουν τα σουβλάκια, τα κεφτεδάκια και τις πίτες.

(Αναστενάζει και ονειροπολεί).

Είχαμε τότε στη γειτονιά μας έναν γιατρό Χατζηγιάννης το όνομα, που είχε προληφθεί στο ΤΑΚ που σήμαινε ταμείο ασφαλίσεως καπνεργατών.

Σύντομα όμως τον έδιωξα διότι, όπως έλεγαν στη γειτονιά, έγραφε στους ασθενείς ακριβά φάρμακα που επιβάρυναν το ταμείο. Φυσικά δεν σκέφτηκε κανείς απ’ αυτούς που παίρναν τις αποφάσεις αν τα φάρμακα που χορηγούσε ο γιατρός μας θεράπευαν τους ασθενείς. Στον καπιταλισμό το οικονομικό είναι το μόνο που μετράει και όχι η ζωή του ασφαλισμένου.

Τέλος πάντων, όπως συνήθως αλλού ήθελα να καταλήξω, αλλά ξεστράτισα όπως πάντα.

Αυτόν τον γιατρό λοιπόν, τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν όλοι και μάλιστα επειδή στη γειτονιά μας όλοι ήταν φτωχοί, όταν τον καλούσαν για κάποιον ασθενή, τον πλήρωναν σε είδος. Πότε πεντέξι αυγά, πότε κανένα κοτόπουλο αν η αρρώστια ήταν ποιο βαριά και πότε κανένα αγώι με το κάρο του μπάρμπα Θόδωρου. Ο μπακάλης μάλιστα όταν ο γιος του αρρώστησε τον πήγε σε όλους τους ονομαστούς γιατρούς της πόλης, αλλά ακόμα και στην Αθήνα. Το παιδί όμως χειροτέρευε και στο τέλος κατέληξε και στον δικό μας τον Χατζηγιάννη.

Σε μια εβδομάδα το παιδί σκώθηκε και μάλιστα πήγε στο μπακάλικο να δουλέψει. Τότε ο πατέρας του ρώτησε τον γιατρό μας τι χρωστάει και κείνος απάντησε χαμογελώντας.

«Ένα ποτήρι κρύο νερό».

Θα με ρωτήσεις φυσικά πως ζούσε αφού δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα …Ε…. Αυτό είναι ένα μυστήριο που δεν μπόρεσα ούτε γω, ούτε κανείς άλλος να λύσει….(Δείχνει προσποιητά στενοχωρημένος)…. Και πάλι ξεστράτισα την κουβέντα…. Να καταλήξω λοιπόν…. Ο γιατρός εκείνη την εποχή ήταν Ο ΓΙΑΤΡΟΣ (Το τονίζει με μεγάλη έμφαση), ενώ σήμερα τους γιατρούς τους αποκαλούν γιατρουδάκια, τους δικηγόρους δικηγορίσκους και όλους τους επιστήμονες χαρτογιακάδες…. Έτσι έχουν τα πράγματα σήμερα… Οι αγράμματοι που έγιναν βιοτέχνες και εργολάβοι με χρήμα, δεν σέβονται και μάλιστα υποτιμούν τη γνώση. Σκώθηκαν τα πόδια που έλεγε η μάνα μου και χτυπούν το κεφάλι. (Κουνάει το δάχτυλο απειλητικά)… Είμαι βέβαιος Αγγελικούλα ότι αυτές οι τρομοκρατικές οργανώσεις επανδρώνονται από επιστήμονες που είδαν τα όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή να γκρεμίζονται… Τι να σκεφτεί ένας νέος γιατρός που δεν βρίσκει μια δουλειά να πορευτεί και να μην βαρύνει μετά από τόσα χρόνια τους άμοιρους γονείς του που έφτυσαν το αίμα της καρδιάς τους να τον σπουδάσουν;… Σύντομα βλέπει ότι όλοι όσοι είχαν τα μέσα και χώθηκαν στα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία, με το φακελάκι που λέμε, έγιναν ζάπλουτοι κι αγοράζουν πολυτελείς βίλες, πάνε ταξίδια στις άκρες του κόσμου, τρώνε και πίνουν στα καλύτερα εστιατόρια και ταβέρνες και περνούν ζωή και κότα.

Τι θα κάνει λοιπόν ο φουκαράς ο γιατρουδάκος και δε θ’ αρπάξει ένα όπλο να σκοτώσει, μια βόμβα να συνταράξει την άδικη κοινωνία, να βγάλει μια κραυγή απελπισίας…. Να εκδικηθεί με κάποιο τρόπο.

Όχι βέβαια πως συμφωνώ μ’ αυτές τις μεθόδους. Ίσα ίσα εγώ πιστεύω ότι μόνο συντεταγμένα, μέσα απ’ τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες μπορούμε να έχουμε ένα θετικό αποτέλεσμα και μια ανασυγκρότηση της κοινωνίας και της οικονομίας μας.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελάει επιδεικτικά). Όλα καλά τα είπες κυρ Σταύρο μου, μόνο που ξέχασες ότι οι δυνάμεις που θέλουν μια πραγματική αλλαγή της κοινωνίας είναι σχεδόν αμελητέες… Βαυκαλίζονται βέβαια ότι ο δικομματισμός καταρρέει, αλλά αυτό το ακούμε εδώ και χρόνια ενώ ο δικομματισμός ζει και βασιλεύει…. Θα το δούμε σε όλο του το μεγαλείο και στις επόμενες εκλογές…

(Ακούγεται ένα κινητό να χτυπάει. Ο Σταύρος κοιτάζει την Αγγελική).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Εγώ πάντως Αγγελικούλα μου δεν διαθέτω κινητό…(Εκείνη αφηρημένη δεν έχει καταλάβει).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ.(Ξαφνιασμένη). Δικό μου είναι καλέ…(Βάζει το χέρι της στην τσέπη της φόρμας που φοράει και βγάζει το κινητό της).

.Καλησπέρα Γιώργο…. Ναι… Ναι… Εντάξει… σύμφωνοι… Στις 11 πάρα τέταρτο απ’ έξω… Εντάξει. (Κλείνει το τηλέφωνο). Το αμόρε μου κυρ Σταύρο. Μου ζήτησε να πάμε σινεμά αργά το βραδύ.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Παίρνει ύφος προστάτη). Αναρωτιόμουν κι εγώ αν έχεις κάποιον φίλο με τον οποίο να νταραβερίζεσαι που λέμε… Είναι τουλάχιστον καλό παιδί; Διότι για να πω την καθαρή αλήθεια Αγγελικούλα, εσένα σου αξίζει ο καλύτερος… Τον αγαπάς;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κουνάει δεξιά κι αριστερά το κεφάλι της σα να αμφιβάλει)… Είμαι λίγο μπερδεμένη κυρ Σταύρο… Θα ήμουν ποιο κοντά στην πραγματικότητα αν έλεγα ότι δεν είμαι σίγουρη και μάλλον αμφιβάλω.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει ειρωνικά). Έτσι είναι οι σημερινοί έρωτες …Δεν μας κάνει ο ένας, πάμε για τον δεύτερο, για τον τρίτο και συνέχεια… Εκείνα τα χρόνια….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει)… Καλύτερα ήταν εκείνα τα χρόνια που μια κοπέλα παντρεύονταν με προξενιό και την πίεση των δικών της χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον άντρα με τον οποίο θα έκανε τα παιδιά της και θα ζούσε μαζί του όλη της τη ζωή;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το χέρι του σα να λέει ότι αυτά είναι παραμύθια). Αυτά με τα προξενιά και τις προξενήτρες που λένε σήμερα ότι χαρακτήριζαν τη δική μας εποχή, είναι σε μεγάλο βαθμό υπερβολές… Δεν λέω… Γίνονταν και εγκλήματα, θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω, που έδεναν ανθρώπους που δεν ταίριαζαν καθόλου μεταξύ τους… Αλλά μήπως δεν γίνονται εγκλήματα και σήμερα, αν και διαφορετικής μορφής; Ακούω εδώ στο μπακαλικάκι πολλές συζητήσεις γύρω απ’ αυτό το θέμα και μάλιστα μια κυρία πριν από μερικές μέρες επέμενε ότι τα σημερινά κορίτσια κάνουν μέχρι και τρεις εκτρώσεις ώσπου να καταλήξουν σε κάποιον, με τον οποίο δεν είναι σίγουρο ότι θα ζήσουν ευτυχισμένοι διότι παντρεύονται κι αυτές, όπως στην εποχή μας, κάτω από μια πίεση που προέρχεται απ’ την ανάγκη να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια και παιδιά… Το δράμα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο όταν διαπιστώνεται ότι δεν μπορούν να κάνουν παιδί, εξ’ αίτιας των εκτρώσεων που είχαν προηγηθεί… Στην εποχή μας τουλάχιστον τέτοιος φόβος δε υπήρχε…(Συνεχίζει με έξαψη)… Πριν μερικές μέρες διάβασα σε εφημερίδα ότι ένα ζευγάρι, διάσημων γονιών μάλιστα, παντρεύτηκε και έφυγαν αμέσως για τον μηνά του μέλιτος. Ούτε να τον ολοκληρώσουν κατάφεραν, διότι γύρισαν άρον άρον χωρισμένοι.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελάει) Ξέρω την περίπτωση… Το διάβασα κι εγώ… Όμως όλα αυτά που ανάφερες είναι προτιμότερα από μια ζωή στην αιχμαλωσία και στη φυλακή… Εσύ ξέρεις από φυλακίσεις και πολύ καλά καταλαβαίνεις τι σημαίνει να ζεις με έναν άνθρωπο που δεν τον θέλεις. (Σηκώνει τα χέρια της και τα κουνάει σαν σε διαδήλωση, ενώ φωνάζει σα σε σύνθημα)… Κάτω οι προξενήτρες ….Κάτω οι προξενήτρες… Κάτω τα προξενιά ….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει)…. Κάτω… Κάτω… Για την αποκατάσταση της αλήθειας όμως θα πρέπει να πω ότι και στη δική μου εποχή οι όμορφες… σαν και του λόγου σου κοπέλες, διάλεγαν από μόνες τους τον σύντροφο της ζωής τους… Τα προξενιά ήταν κυρίως για τα κορίτσια και τ’ αγόρια περιορισμένης…. καλλιέπειας που έλεγε ο Αντώνης που σου είπα ότι ήταν αυτοδίδακτος και τον συμβουλεύονταν στη γλώσσα ακόμα και πανεπιστημιακοί καθηγητές εκεί στη εξορία. Τι ακριβώς θα πει αυτή η λέξη δεν ξέρω, αλλά καταλαβαίνω ότι έχει σχέση με την ομορφιά…. Τέλος πάντων θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά… Εντάξει;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελώντας). Σύμφωνοι.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Πιστεύεις ότι και σήμερα ένας μεγάλος αριθμός γυναικών παντρεύεται με προξενιά;… Εδώ γύρω στη γειτονιά μας τον τελευταίο χρόνο έγιναν τρεις τέτοιοι γάμοι… με προξενητή τον μπακάλη…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Εξακολουθεί να γελάει)…. Τι είναι εκεί κυρ Σταύρο; Μπακάλικο ή γραφείο συνοικεσίων; (Τον κοιτάζει πονηρά). Μήπως γι’ αυτό συχνάζεις κι εσύ κάθε μέρα στο μπακάλικο με τις ώρες… Μήπως είσαι κι εσύ υποψήφιος γαμπρός;

ΣΤΑΥΡΟΣ.(Κουνάει το κεφάλι του). Εγώ τώρα πια κοπέλα μου δεν είμαι ούτε γεροντοπαλίκαρο, αλλά μάλλον γεροντογέρος…. Και για να συνεχίσω τη σκέψη μου σχετικά με τα προξενιά και τις προξενήτρες, να σου θυμίσω ότι αυτές αντικαταστάθηκαν σήμερα από τα λεγόμενα γραφεία γνωριμίας ή γνωριμιών ή όπως τέλος πάντων τα λένε, που κάνουν ποιο επιστημονικά τη δουλειά της παλιάς προξενήτρας.

Μαζεύουν αυτά τα γραφεία συνοικεσίων, επιτέλους βρήκα την ονομασία τους, τα γεροντοπαλίκαρα, τις γεροντοκόρες, τις χήρες και τους χήρους, τους πάνε διαφορές εκδρομές για να γνωριστούν και το μόνο που δεν γνωρίζω είναι αν παίρνουν προμήθεια αν ευοδωθούν κάποιες γνωριμίες και καταλήξουν σε γάμο…. Για να μην πω και για τα ΚΑΠΗ που έχουν εξελιχτεί σε νέο νυφοπάζαρο.

Πάντως για να καταλήξω, θα ήθελα να πω ότι κάθε τι που φέρνει τους ανθρώπους κοντά και τους απομακρύνει απ’ την απομόνωσή τους, είναι πολύ καλό και ευπρόσδεκτο, με μόνη τη διάφορα ότι εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν ανάγκη να τους μαζέψουν στα ΚΑΠΗ και τα γραφεία συνοικεσίων για να βρίσκουν συναναστροφές, διότι τότε είχαμε τη λεγομένη μεγάλη οικογένεια, τη ζωντανή γειτονιά και τα σόγια που κάθε τόσο βρίσκονταν και διασκέδαζαν.

Εγώ θυμάμαι, πριν μπω στη φυλακή, τις εκδρομές με το φορτηγό του Πολυδούρη, που πηγαίναμε η μισή γειτονιά κάθε Κυριακή στην Καλαμίτσα, έξω τότε απ’ την πόλη μας. Με τα φαγητά που έφερναν όλοι από τα σπίτια τους και με μερικά μπουκάλια κρασί, περνούσαμε όλη μέρα τραγουδώντας και χορεύοντας. Σήμερα άκουσα ότι αυτή μας τη συνήθεια της δώσαν αμερικανικό όνομα και λέγεται αν δεν κάμνω λάθος πικ – μικ…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διορθώνει γελώντας). Πικ – Νικ.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το χέρι του δείχνοντας αοριστία). Όπως κι αν το λένε τέλος πάντων… Πηγαίνεις εσύ με τους φίλους σου σε τέτοια πικ – νικ;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Κι αυτή η μόδα πέρασε πια… Τώρα ο κόσμος πάει στις ταβέρνες για να φάει μέχρι σκασμού. Έχω προσέξει κυρ Σταύρο ότι κάθε παρέα παραγγέλλει τα διπλάσια και τριπλάσια απ’ όσα μπορεί να φάει. Αυτός ο Γιώργος που σου είπα ότι είναι το αμόρε μου, λέει ότι ποτέ δεν πρέπει να πηγαίνεις στο σούπερ μάρκετ πεινασμένος, διότι τότε αγοράζεις ένα σωρό τρόφιμα που δεν σου είναι απαραίτητα, αλλά που τα ορέγεσαι εκείνη την ώρα διότι πεινάς….

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κάνει κίνηση επιδοκιμασίας με το κεφάλι του)… Σωστός… Αυτός θα γίνει πρώτης τάξεως οικογενειάρχης…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Λέει ακόμη ο Γιώργος ότι στην ταβέρνα πρέπει όταν κάθεσαι να είσαι μισοχορτάτος, αν θέλεις να μην αδυνατίζει άδικα το πορτοφόλι σου…. Καλά τα λέει κυρ Σταύρο και καλός οικογενειάρχης θα γίνει, αλλά έχει ένα μειονέκτημα που δεν είναι ακριβώς δικό του, αλλά που είναι σχετικό μ’ αυτόν. Έχει δηλαδή ένα φίλο, έναν Αντρέα, που τον αποκαλεί τον καλύτερό του φίλο και ο οποίος μου ρίχνεται σε κάθε ευκαιρία. Εγώ πιστεύω ότι αυτό που λέει ο πατέρας μου έχει μεγάλη σημασία στη ζωή… «Φίλος», λέει ο μπαμπάς, «είναι κείνος που δεν μπαίνει στο σπίτι σου εκμεταλλευόμενος τη φιλία για να σου… κανονίσει τη γυναίκα». Και μόνο που ο Γιώργος έχει κολλητό φίλο έναν τέτοιο άνθρωπο, είναι αρκετό για να με προβληματίζει στη σχέση μου μαζί του.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Απορεί). Δεν του μίλησες όμως κι εσύ. Τον ενημέρωσες για τη στάση του φίλου του;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Όχι. Ο λόγος είναι ότι πρόσφατα γνώρισα τον Γιώργο και τον φίλο του. Πριν από περίπου είκοσι μέρες. Αυτοί γνωρίζονται χρόνια και σίγουρα ένας τέτοιος χαρακτήρας θα έχει δώσει πολλές αφορμές και σε άλλα ζητήματα πριν. Κάποια στιγμή μάλιστα ο Γιώργος ξεκίνησε να μου λέει για ένα οικονομικό θέμα που αφορούσε τον φίλο του, αλλά μετάνιωσε λέγοντας ότι δεν είναι σωστό να κουτσομπολεύει τον καλύτερο φίλο του. Απ’ ότι κατάλαβα του έχει δώσει αφορμές, αλλά ο Γιώργος επιμένει και αυτό είναι που με προβληματίζει, διότι πιστεύω ότι η επιλογή φίλων είναι βασικό στοιχείο της ζωής μας…

ΣΤΑΥΡΟΣ. Στο δια ταύτα… που λένε οι δικηγόροι. Τι σκοπεύεις να κανείς μ’ αυτόν τον Γιώργο;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Μουδιασμένη). Δεν είμαι σίγουρη αν αυτός που μόλις εξέθεσα είναι ο πραγματικός λόγος που με κάνει να αιστάνομαι μπερδεμένη στη σχέση μου με τον Γιώργο. (γελάει πονηρά) Ίσως είναι ένας άλλος που γνώρισα πριν μερικές μέρες σε μια πορεία για την παιδεία…. Πιάσαμε κουβέντα για τους κουκουλοφόρους και τις καταστροφές που προκαλούν. Μαλώσαμε στην αρχή διότι εκείνος αν και δεν τους υποστήριζε, πάντως θα έλεγα ότι τους αποδέχονταν σαν ένα κίνητρο για να ξεσηκωθεί ο λαός και να ανατρέψει τη σημερινή κατάσταση…

ΣΤΑΥΡΟΣ (Την διακόπτει)… Εννοείς την κατάσταση που στηρίζει ο πατέρας σου;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Θυμωμένα). Σου είπα να είσαι προσεκτικός με τον πάτερα μου. Ο Μπαμπάς συμπεριφέρεται φιλολαϊκά και είναι αποδεκτός απ’ όλους, φίλους και αντιπάλους.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Μετανοιωμένος). Με συγχωρείς Αγγελικούλα μου. Ξεχάστηκα. Πες μου όμως γι’ αυτόν τον νεαρό που συνάντησες στην πορεία.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Αυτά περίπου που σου είπα… Μιλήσαμε αρκετά και μάλλον με έπεισε ότι είχε δίκιο, διότι όπως υποστήριξε με την κοινωνική νηνεμία που υπάρχει το κεφάλαιο θα καθορίζει όπως τώρα και στο μέλλον την πορεία της ζωής μας.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Προβληματισμένος). Είπες ότι αποδέχονταν, αλλά δεν υποστήριζε τους τρομοκράτες…

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Απότομα). Τους κουκουλοφόρους είπα..

ΣΤΑΥΡΟΣ. Έχει διαφορά;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Στον ίδιο τόνο). Φυσικά. Αυτοί τους οποίους αποκαλούμε κουκουλοφόρους, κρύβουν μόνο το πρόσωπό τους. Προκαλούν βέβαια καταστροφές, αλλά μόνο σε υλικά αγαθά.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Ενώ οι τρομοκράτες δείχνουν μπροστά σε όλους το πρόσωπό τους. Αυτό μήπως θέλεις να πεις;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Όχι βέβαια, αλλά όπως είπε κι αυτός ο φίλος μου δεν πρέπει να ταυτίζουμε τους κουκουλοφόρους με τους τρομοκράτες. Άλλη η δράση των μεν και άλλη των δε.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Προβληματισμένος). Ίσως… Εύχομαι να έχεις δίκιο. Ας ελπίσουμε πάντως ότι δεν θα ζήσουμε στο σπίτι μας κάποια τραγωδία.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τρομαγμένη). Τι εννοείς κυρ Σταύρο.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Και οι μεν και οι δε απειλούν όχι μόνο αστυνομικούς, «αλλά και τους ξεπουλημένους παράγοντες του καπιταλιστικού συστήματος στη χώρα μας». Ο πατέρας σου είναι ένας απ’ αυτούς τους παράγοντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έντρομη). Αυτό είναι άδικο… Δεν μπορεί να μην γνωρίζουν τον πατερούλη μου…. Αυτά που λες με φοβίζουν.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Πως λέγεται αυτός ο νεαρός;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Απορούσα). Τι σχέση έχει το όνομά του… Θάνος Γκουρτζούλης ονομάζεται εν πάση περιπτώσει. Τον γνωρίζεις μήπως;

ΣΤΑΥΡΟΣ.(Αποφασιστικά). Όχι… αλλά θα ήταν καλό να το ψάξει κανείς. Οι εποχές μυρίζουν παλιές ανώμαλες εποχές και πρέπει κανείς να προσέχει ιδιαιτέρα. Τον έχεις ξαναδεί αυτόν τον νεαρό;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Βέβαια, ήρθε χτες και με πήρε από δω απ’ το σπίτι. Γνώρισε μάλιστα επί τροχάδην και τον πάτερα μου που έφευγε εκείνη την ώρα. (Αναστενάζει και ψευτογελάει)…. Αμάν κυρ Σταύρο, με κατατρόμαξες… Πανικοβλήθηκα με τέτοιες ιδέες που μου βάζεις στο μυαλό.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Αλλάζει θέμα, δείχνοντας χαρούμενος) Αύριο γιορτάζεις Αγγελικούλα. Πρέπει να είσαι χαρούμενη..

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Έκπληκτη). Που το ξέρεις εσύ ο άθεος κυρ Σταύρο μου;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει). Δεν ξέρω κορίτσι μου τη δική σου γιορτή. Του παππού σου τη γιορτή θυμάμαι και μάλιστα όχι σαν γιορτή αλλά σαν μέρα θρήνου, διότι ήταν οκτώ του Νοέμβρη, ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής που τον εκτέλεσαν.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ.(Την παίρνουν τα κλάματα. Κλαίει βουβά ζαρωμένη στην καρεκλά της. Μέσα απ’ τα δάκρυά της ακούγεται σπασμένη η φωνή της)… Αυτό δεν το ήξερα… Τι απανθρωπιά θεέ μου;.. Δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν να περάσει τουλάχιστον μια μέρα…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Με λυπημένη φωνή). Το μίσος παιδί μου δεν έχει όρια στην απανθρωπιά… δεν έχει λύπηση για τίποτα και για κανέναν… Αυτή πάντως η μέρα στάθηκε ορόσημο στη ζωή μου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σηκώνει το κεφάλι της, σκουπίζει τα μάτια της και δείχνει περήφανη). Αισθάνομαι ακόμα ποιο περήφανη για τον παππού μου και σε καταλαβαίνω απόλυτα που έζησες μια ζωή ολόκληρη με τη θύμησή του και το παράδειγμά του… Με τη μαμά αύριο όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα πάμε εδώ κοντά στην εκκλησία του Μιχαήλ Άγγελου. Αυτός ο εκκλησιασμός γινόταν από τη γιαγιά, συνεχίζεται από τη μαμά μου και σε βεβαιώ ότι θα συνεχίζεται εφ’ όρου ζωής κι από μένα…(Τον κοιτάζει έντονα)… Μήπως θα ήθελες να έρθεις και συ μαζί μας;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει ανοιχτόκαρδα). Τώρα δα με αποκάλεσες άθεο και με καλείς στην εκκλησία;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κουνάει το κεφάλι της). Συγγνώμη… Ξέχασα,,, Πως το είπε ο μεγάλος σου μέντορας ο Μαρξ;… Μάλιστα.. «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Έτσι δεν το είπε;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει). Και το όπιο είπε και η θρησκεία είπε, αλλά δεν το είπε καθόλου έτσι όπως θέλει να το τονίζει η αντίδραση. Έχω εδώ ένα βιβλίο που θα σε φωτίσει. (Πηγαίνει στη σιφονιέρα, φοράει τα γυαλιά του και κοιτάζει τη σειρά των βιβλίων εκεί. Παραμερίζει το ραδιόφωνο και βρίσκει το βιβλίο που ψάχνει. Το ανοίγει και ψάχνει τη σελίδα την οποία βρίσκει πολύ εύκολα διότι την έχει διπλωμένη στην άκρη της). Το βρήκα αμέσως διότι έχω σημαδεμένη τη σελίδα. Αυτό με τη θρησκεία που είναι κατά τον Μαρξ το όπιο του λαού, έχει γίνει καραμέλα στο στόμα της αντίδρασης. Άκου λοιπόν πως έχει το ζήτημα και τι ακριβώς είπε ο Μαρξ. (Διαβάζει). «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, η ψυχή σε απάνθρωπες συνθήκες, είναι το όπιο του λαού». Την κοιτάζει θριαμβευτικά).

Το όπιο όπως αντιλαμβάνεσαι δεν έχει την έννοια της αποβλάκωσης, αλλά της απάλυνσης του πόνου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με μεγάλο ενδιαφέρον)… Για να δω… Για να το δω…{Παίρνει από τα χέρια του το βιβλίο και διαβάζει το ίδιο κείμενο). Κοίτα λοιπόν πως διαδίδονται οι παρερμηνείες…. Ούτε που μπορούσα να το φανταστώ… Λέγεται συνέχεια διαστρεβλωμένα σαν να είναι η απόλυτη αλήθεια.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κλείνει το βιβλίο και το βάζει προσεκτικά στη θέση του). Η απόλυτη αλήθεια δεν βρίσκεται πουθενά Αγγελικούλα. Ούτε σ’ αυτούς, ούτε σε μας. Βέβαια στην αριστερά εξ ορισμού υπάρχει ποιο έντονο το στοιχείο της ανθρωπιάς, αν και η ανθρωπιά διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. (Δείχνει να σκέπτεται κάθε λέξη που εκστομίζει). Για έναν άνεργο ανθρωπιά είναι να του προσφέρει η κοινωνία μια δουλειά, για έναν άρρωστο να του παρέξουν την κατάλληλη και ολοκληρωμένη θεραπεία, για μια γυναίκα η ίση μεταχείριση, για έναν φτωχό ένα ικανοποιητικό μεροκάματο. (Γελάει και σηκώνει το χέρι του να διακόψει την Αγγελική που είναι έτοιμη να πάρει το λόγο)… Μια στιγμή τώρα μόλις μου ήρθε στο νου μια ακόμα κουβέντα του ελληνοσουηδού που σου ανάφερα προηγούμενα….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Γελώντας). Ποιου καλέ; Αυτού που έστειλε τα λουλούδια στο λιοντάρι;

ΣΤΑΥΡΟΣ. Ξεκόλλα επί τέλους απ’ το λιοντάρι. Εννοώ αυτόν που μας διηγήθηκε αυτή την ιστορία. Είπε λοιπόν αυτός ότι στη Σουηδία, αλλά επέμενε ότι τι ίδιο συμβαίνει και στις άλλες βορειοευρωπαικές χώρες, όταν κάποιος βρει μια καινούρια δουλειά, ή βρει σαν νέος την πρώτη του δουλειά, τότε όλοι, (Διακόπτει και τη δείχνει με το δάχτυλο)… Ας πάμε απ’ την άλλη μεριά… Εσύ τι θα τον ρωτούσες αν σου έλεγε ότι έπιασε δουλειά στην τάδε εταιρία;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Σκέπτεται)… Μάλλον θα τον ρωτούσα για το μισθό του.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (θριαμβευτικά). Πόσα παίρνει δηλαδή;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Ακριβώς…

ΣΤΑΥΡΟΣ…. Ε…. Λοιπόν ο φίλος μας λέει ότι εκεί τον ρωτάνε αν από τη νέα του δουλειά είναι ικανοποιημένος και ευχαριστημένος, αν του αρέσει το νέο εργασιακό του περιβάλλον και αν πηγαίνει με ευχαρίστηση στη δουλειά του. Κανείς δεν θα ρωτήσει πόσα παίρνει, κάτι για το οποίο πιστεύουν ότι έτσι κι αλλιώς φροντίζει η πολιτεία, ώστε να μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Ούτε ρωτάνε αν είναι ασφαλισμένος ή ανασφάλιστος, ή όποιες άλλες ερωτήσεις κάνουμε εδώ και που δεν έχουν σχέση με την ικανοποίηση του εργαζόμενου από το χώρο δουλειάς του.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Δείχνει έντονο θαυμασμό). Υπάρχουν τέτοιοι λαοί και τέτοιες χώρες;

ΣΤΑΥΡΟΣ. Μη γελιέσαι κοπέλα μου. Οι άνθρωποι είναι παντού οι ίδιοι και έχουν τις ίδιες ανάγκες. Η κοινωνία είναι εκείνη που διαμορφώνει τους χαρακτήρες τους. Οι κυβερνήσεις σ’ αυτές τις χώρες φροντίζουν τους πολίτες τους. (Κάνει μια επιτιμητική κίνηση με το χέρι του) Όχι όπως εδώ που ο καθένας που ασχολείται με τα κοινά, ενδιαφέρεται μόνο για την τσέπη του και ….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει χαμογελώντας)…. Πρόσεχε κυρ Σταυρό τις γενικεύσεις.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει). Σκαλώσαμε πάλι στον πατερούλη σου. Πολύ καλά λοιπόν τον εξαιρώ… αν και εδώ που τα λέμε κολλάει και λίγο απ’ τους άλλους κυβερνητικούς με τους οποίους συχνωτίζεται…. Περίμενε μια στιγμή να δεις πως το έλεγε ένας καθηγητής στην εξορία που τον φωνάζαμε προφέσορα. (Σκέπτεται για λίγο και ξαφνικά χτυπάει τα δάχτυλά του)… Το βρήκα, αν και δεν θυμάμαι πως το έλεγε. Θυμάμαι όμως πως μου ερμήνευσε την έννοια σε λαϊκή έκδοση ένας άλλος σύντροφος….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Τον διακόπτει και πάλι)… ει χωλό παροικήσεις, όμοιος γένει…

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Ενθουσιασμένος) Μπράβο Αγγελικούλα. Έτσι ακριβώς το έλεγε. Ο λαός το λέει με δικούς του βέβαια τρόπους που πιστεύω ότι αποδίδουν ακόμα καλύτερα το φαινόμενο. Για την ακρίβεια η μάνα μου έλεγε «Με στραβό αν κοιμηθείς, αλλήθωρος θα ξυπνήσεις». Πάντως για μένα το συμπέρασμα είναι ότι αν και πέρασαν χιλιάδες χρόνια, τα κοινωνικά φαινόμενα φαίνεται ότι παραμένουν τα ίδια.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Ξεφυσάει). Άσε σε παρακαλώ τα υπονοούμενα για τον πάτερα μου… (Σηκώνεται και τον κοιτάζει αποφασιστικά) και άκου να σου πω τι καταλαβαίνω εγώ. Ο ένας – ο πατέρας μου εννοώ – θέλει να με πείσει ότι η σημερινή εποχή είναι η καλύτερη διότι χτίσθηκε και συντηρείται από τη γενιά του, (Ξεφυσάει) ενώ εσύ θέλεις να μου πεις ότι η εποχή μας είναι η χειρότερη διότι οι αγώνες που έκανε η γενιά σου δεν ευοδώθηκαν. (Κουνάει το δάχτυλό της προς το μέρος του)… Ε… Λοιπόν ούτε με τη γενιά του πάτερα μου είμαι, ούτε και με τη δική σου. (Πιάνει το κεφάλι της σα να θέλει να ανασυντάξει τις σκέψεις της). Το μεγάλο πρόβλημα με τη δική μου γενιά είναι ακριβώς αυτό. Το ότι η κοινωνία δεν μας αρέσει και δεν μας ικανοποιεί, αλλά δεν ξέρουμε τι και πώς να αλλάξουμε. Μπορώ να πω ότι και η δική σου γενιά, αλλά και του πατέρα μου ήσασταν ποιο τυχεροί διότι εμπλακήκατε σε μια διαμάχη και υπήρξε στο τέλος ένας νικητής και ένας ηττημένος. Μια οργανωμένη αντίσταση στον καπιταλισμό και ένας στρατός που τον υπερασπίζονταν. Σήμερα την αντίσταση την κάνουν κουκουλοφόροι και αντί για στρατό, συγκρούονται με την αστυνομία, σ’ ένα παιχνίδι σαν το κρυφτό και το κυνηγητό που παίζαμε μικρά παιδιά.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Κουνάει το κεφάλι του). Σ’ αυτή σου την τελευταία παρατήρηση θα πρέπει να σου δώσω αμέσως δίκαιο. Όσον όμως αφορά την παρατήρηση που έκανες και αφορά στη γενιά τη δική μου και του πάτερα σου, θα πρέπει να σου θυμίσω ότι μου ζήτησε όχι να αλλάξω, αλλά να προσαρμοστώ και αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή την ικανότητά του να αλλάζει προσωπείο.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. Και λοιπόν; Μήπως ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει προσωπείο. Δεν υπήρξαν προστριβές μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Κίνας;… Όχι βέβαια που ζούσα τότε, αλλά συμπτωματικά διάβασα για κείνη τη διαμάχη, όπως και για την αιώνια διαμάχη σας με τους σοσιαλδημοκράτες.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Γελάει ειρωνικά). Αστούς αυτούς…. Αυτοί είναι νερόβραστοι σοσιαλιστές και τσιράκια του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού συστήματος.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ (Γελάει με τη σειρά της ειρωνικά). Άλλη φρασεολογία δεν μάθατε από την εποχή του Μαρξ και μέχρι σήμερα. Τα ίδια λόγια και τα ίδια τσιτάτα που λέει ο μπαμπάς.

ΣΤΑΥΡΟΣ. (Με κακία). Θα προσαρμοστώ πέστου. Μετά θάνατον όμως. Και για να σου πω την αλήθεια, θα προτιμούσα να περάσω στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο παρά να «προσαρμοστώ», όπως επιθυμεί ο αγαπημένος σου μπαμπακούλης. Η προσαρμογή μου μοιάζει σαν μια μέγιστη εξευτελιστική κίνηση κουτοπονηριάς….

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Κοιτάζει το ρολόι της έντρομη). Καλέ κυρ Σταύρο η ώρα πέρασε. Ξέχασες ότι σου είπα ότι θα πάω σινεμά με το αμόρε μου;

ΣΤΑΥΡΟΣ. (γελάει) το πρώην ή το νυν;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με σκέρτσο). Άσε καλέ τις ειρωνείες.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Εσύ μου είπες ότι έχεις ένα αμόρε, αλλά γνώρισες και κάποιον άλλον που πολύ σε εντυπωσίασε και απ’ ότι καταλαβαίνω σύντομα θα πάρει τη θέση του πρώτου.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Με χαριτωμένο γυναικείο τρόπο). Μάλλον το ίδιο καταλαβαίνω κι εγώ.

ΣΤΑΥΡΟΣ. Μια κουκουλοφόρος είσαι και του λόγου σου. (Γελάνε και οι δυο έντονα, ενώ η Αγγελική φεύγει).

(Μένει και πάλι μόνος. Αρχίζει ξανά τις βόλτες του γύρω απ’ την τραπεζαρία, μονολογώντας ενώ κάθε φορά που περνάει μπροστά απ’ το ραδιόφωνο στέκεται και το κοιτάζει).

ΣΤΑΥΡΟΣ. Αφού δεν έχω ανθρώπινη παρέα, όπως πάντα μιλάω με το ραδιόφωνο. Ή μ’ έναν φανταστικό συνομιλητή (Εννοεί τους θεατές προς τους οποίους στρέφεται, ενώ βάζει και πάλι το χέρι στο στήθος ). Άλλο και τούτο πάλι με την καρδία… Λες να με βρει κανένας ταμπλάς και να μην προλάβω ούτε την αυριανή διαδήλωση; Όχι πως με ενοχλεί η ιδέα του θανάτου, διότι στο κάτω κάτω τα έχω φάει προ πολλού τα ψωμιά μου…. Κάποιος είπε ότι ο θάνατος είναι η συνέχεια της ζωής και γι’ αυτό δεν πρέπει ο άνθρωπος να τον φοβάται, αλλά εδώ που τα λέμε είναι κρύο πράμα… Εγώ θα συμφωνούσα με κείνον τον μαύρο τον αμερικανό που καθόταν δίπλα μας σε μια καφετέρια όπου είχαμε καθίσει με τον Αντώνη…. Ξέχασα να πω στην Αγγελική όταν της ανάφερα για τον Αντώνη, ότι ο άτιμος κατάφερε στην εξορία να μάθει και αγγλικά… Του δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία να μου κάνει επίδειξη της γλωσσικής του ικανότητας και χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο έπιασε κουβέντα με τον αμερικανό.

«Τι λέτε τόση ώρα;», ρώτησα για μια στιγμή που ένοιωσα παραγκωνισμένος. «Φιλοσοφίες για τη ζωή και τον θάνατο», απάντησε ο Αντώνης. «Και ποια γνώμη έχει αυτός για το θάνατο;», ρώτησα μάλλον αδιάφορα. «Η δική του φιλοσοφία», απάντησε ο Αντώνης, «είναι απλή και μάλλον πολύ φιλοσοφημένη. Λέει ότι πρέπει να ζει κανείς τη σύντομη ζωή του όσο καλύτερα και ευχάριστα μπορεί, διότι μετά που θα πεθάνει θα είναι για πάντα νεκρός».

Τότε αντέδρασα με ειρωνικό χαμόγελο και μάλιστα έκανα και ένα απρεπές σχόλιο, αποκαλώντας τον αμερικανό αράπη, που δεν κοίταζε το χάλι και την καταπίεση που υφίστανται όλοι οι μαύροι στην Αμερική, παρά φιλοσοφούσε.

Σήμερα όμως σκέπτομαι ότι αυτή η σκέψη για τον θάνατο είναι βασισμένη ακριβώς στο ρατσισμό και την καταπίεση που υφίστανται όλοι οι όμοιοί του στην ίδια τους τη χώρα…. Να ζήσει τη ζωή του κανείς όσο καλύτερα και ευχάριστα μπορεί… Ναι κύριε αράπη… Πολύ καλά μας τα λες, αλλά έλα τώρα να πάρω εγώ τη ζωή μου πίσω και να τη ζήσω ευχάριστα…. Η ζωή από μένα έφυγε με τον ποιο δυσάρεστο τρόπο και τώρα άρρωστος και υπερήλικας δεν έχω ούτε τον χρόνο, ούτε και τις δυνάμεις να ζήσω έστω κι αυτά τα τελευταία μου χρόνια ευτυχισμένα και ευχάριστα…. (Σταματάει τις βόλτες του και βάζει το δείκτη του χεριού του στον κρόταφο)… Για στάσου όμως να το δούμε κι απ’ την άλλη μεριά…. Τι πάει να πει ευχάριστη ζωή;… Ο πατέρας μου έλεγε ότι αν κλείσεις τον άνθρωπο στη χειρότερη φυλακή του κόσμου, γεμάτη ακαθαρσίες, εκείνος μετά από την πρώτη απελπισία που θα τον πλακώσει, θα βρει μια γωνιά που είναι ποιο καθαρή και ίσως ποιο φωτεινή και σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα θ’ αρχίσει να βολεύεται και να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό και ευτυχή που σε σύγκριση με κάποιους άλλους είναι ίσως σε καλύτερη μοίρα. (Θυμάται κάτι και γελάει δυνατά)… Σαν τον Χότζα δηλαδή – Αυτό το άκουσε εκεί στην εξορία από τον μπάρμπα Θωμά - που πήγαινε μια μέρα σε ένα άλλο χωριό με τον γάιδαρό του και στο δρόμο ξεπέζεψε για να ξεκουραστεί. Είχε μαζί του ένα καρπούζι, έλεγε ο μπάρμπα Θωμάς και έκανε με τις παλάμες του το κυκλικό σχήμα του καρπουζιού, που το έκοψε και έφαγε όλο το μέσα. Τις φλούδες τις πέταξε ποιο κει και μάλιστα τις κατούρησε κιόλας. Βάρυνε λοιπόν το στομάχι του και τα βλέφαρά του κι έπεσε να κοιμηθεί. Όταν με το καλό ξύπνησε ένοιωσε και πάλι έντονη την πείνα γιατί το καρπούζι είναι σκέτο νερό και δε σε πιάνει καθόλου. Κοίταξε λοιπόν της φλούδες που είχε πετάξει και κατουρήσει και διαπίστωσε ότι κάποιες άκρες δεν τις είχε καταβρέξει. Τις έκοψε λοιπόν και τις έφαγε.

Κι εδώ δεν είναι κατουρημένες. Ούτε εκεί, ούτε ποιο κει, στο τέλος τις έφαγε όλες…..

Δύσκολα χρόνια και βασανισμένα τα χρόνια της εξορίας…. Βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί, ξευτελισμοί απ’ το πρωί ίσαμε το βραδύ… Πώς να περάσεις ζωή ευχάριστη κύριε μαύρε αμερικανέ…. (Κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι του)… Αν και δω που τα λέμε υπήρχαν κάποιες ώρες ή στιγμές ακόμα που ήταν τόσο ευχάριστες, που ξεχνούσα όλα τα βάσανα και τα βασανιστήρια. Ο καθένας είχε τις δίκες του ευχάριστες ώρες. Οι δίκες μου ήταν πριν τον ύπνο, οι συζητήσεις που γίνονταν με τους θεωρητικούς του κόμματος και ιδιαιτέρα με τον Αντωνέλη που κατάγονταν απ’ τη Σμύρνη και είχε από κείνα τα χρόνια ξεσκολίσει τον Μαρξ…. Μια μέρα μάλιστα ανάφερε ένα τσιτάτο του Μαρξ που έλεγε ότι οι φυλακές πρέπει να κλείσουν διότι σύμφωνα με τον Μαρξ … «Αντί να τιμωρούμε τους ανθρώπους για αδικήματα που έκαναν, θα πρέπει να καταστρέψουμε τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν την παρανομία και να προσφέρουμε σε όλους τον χώρο που έχουν ανάγκη για την προσωπική τους πρόοδο».

Όλοι μείναμε βουβοί να κατανοήσουμε τα φιλοσοφημένα λόγια και ξαφνικά πετάχτηκε ο μπάρμπα Θωμάς και ρώτησε δειλά.

«Εννοεί ο μεγάλος δάσκαλος κι εμάς και τη φυλακή μας;»

«Αυτονόητο» απάντησε ο Αντωνέλης. «Μα εμείς ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο είμαστε στις φυλακές» συνέχισε ο μπάρμπα Θωμάς. «Γιατί θέλουμε να δημιουργήσουμε αυτόν ακριβώς τον κοινωνικό χώρο για να αναπτυχτεί ο κάθε άνθρωπος. Τώρα λοιπόν κατάλαβα μετά από είκοσι χρόνια γιατί είμαι στη φυλακή. Όχι απλά γιατί δήλωνα κομουνιστής, αλλά γιατί θέλω να κλείσω τις φυλακές».

Όλοι γελάσαμε τότε, αλλά το ερώτημα παραμένει φυσικά διαφοροποιημένο…. Τους κλεφτές και τους απατεώνες τι τους έκαναν στη Σοβιετική Ένωση;… Τους σεχταριστές και τους αντιδραστικούς; Τι ζητούσαν τόσες χιλιάδες στη Σιβηρία…. Το συμπέρασμα που βγάζω εγώ είναι ότι όλα μπορεί να καταργηθούν, το τελευταίο που θα απομείνει θα είναι οι φυλακές.

Η ευχάριστη ζωή μάλλον αποτελείται από λίγες ή πολλές ευχάριστες στιγμές σαν αυτές που έζησα εκεί στην εξορία στις βραδινές συζητήσεις με τους κομματικούς ινστρούχτορες. Αυτή είναι η ευτυχία στη ζωή και συ ξεροκέφαλε Σταύρο, έχεις ζήσει πολλές τέτοιες στιγμές. (Σταματάει και ξύνει αμήχανα το κεφάλι του)… Τι βλακείες κάθομαι και λέω τώρα. Νόμισα ο φουκαράς ότι με φιλοσοφίες της δεκάρας θα καλύψω όλα αυτά τα χρόνια της δυστυχίας μου…. Βρε βλάκα να σε πει κανείς είναι δυνατόν όλες οι ευχάριστες στιγμές της ζωής να έχουν το ίδιο βάρος και την ίδια ένταση;… Μπορεί δηλαδή να συγκριθεί η χαρά που θα ένοιωθα αν βγαίνοντας απ’ τη φυλακή αντάμωνα με την αδελφούλα μου και τους γονείς μου, με εκείνες τις στιγμές της εξορίας που τις χαρακτήρισα ευχάριστες;… Η μήπως μπορούν να συγκριθούν με την ευτυχία της οικογένειας και των παιδιών…. Ανοησίες… Μήπως έστω θα μπορούσαμε να τις συγκρίνουμε με την ευχαρίστηση και την ευτυχία που ένοιωθε ο θειος μου ο Παύλος όταν κάθε εβδομάδα πρόσθετε και μια χρυσή λίρα στο κομπόδεμά του. Κάθε φορά τις μετρούσε απ’ την αρχή και λέγαν ότι είχε μαζέψει πεντακόσιες… «Εγώ με τον καπιταλισμό μαζεύω κουκί κουκί τις λίρες, ενώ εσείς με τον σοσιαλισμό κοντεύετε να φέξτε απ’ την πείνα». Έδινε και μια εξήγηση σ’ αυτό λέγοντας ότι όσοι ήταν ανίκανοι ή τεμπέληδες βρίσκαν αποκούμπι στο σοσιαλισμό για να δικαιολογήσουν και την ανικανότητά τους, ενώ με τον καπιταλισμό πρέπει να ανταγωνιστούν και να δείξουν ότι είναι ποιο ικανοί και καπάτσοι απ’ τους άλλους…. Τώρα που θυμήθηκα τον θειο Παύλο και τις αμπελοφιλοσοφίες του, μου ήρθε στο νου και μια κουβέντα που ξεστράτισε θα μπορούσα να πω, εκεί στην εξορία και στις θεωρητικές συζητήσεις που ανάφερα προηγούμενα. Ο Αντωνέλης διερωτήθηκε ένα βραδύ τι ήταν αυτό που κρατούσε ζωντανό ακόμα τον καπιταλισμό, μετά από τόσες ανατροπές και το γεγονός ότι η μισή ανθρωπότητα κυβερνιόταν από κομουνιστικά καθεστώτα.

(Γελάει) Πριν προλάβει ο άμοιρος να δώσει την απάντηση στο ρητορικό του ερώτημα, πετάχτηκε ο Φωτάκης και έδωσε τη δική του απάντηση.

«Είναι το γεγονός ότι τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη, το μόνο που σκέπτονται απ’ το πρωί ίσα με το βράδυ, είναι ο τρόπος που θα τα κονομήσουν».

Έπεσε μεγάλη βουβαμάρα, ενώ ο Αντωνέλης χαζογελούσε.

«… Μα ανάφερα Φώτη ότι ο μίσος πλανήτης έχει κομουνιστικά καθεστώτα. Εκεί γεννιέται ο νέος άνθρωπος… Κατάλαβες;»

« Γεννιέται….. Ξαναγεννιέται, εγώ δεν ξέρω τίποτα», επέμεινε ο Φωτάκης. «Έμενα το μυαλό μου είναι μέρα νύχτα ότι μόλις απολυθώ από δω να κάνω εμπόριο με τα στάρια που έχει μπόλικα η περιοχή μας και να κονομήσω όπως ο Τράνταλης… Τι διάολο ποιο πολύ μυαλό έχει αυτός από μένα»;

Μετά από δεκαπέντε μέρες περίπου ο Φωτάκης υπέγραψε και έφυγε. Αργότερα έμαθα ότι εμπορεύτηκε στάρια με επιτυχία και απόκτησε πολλά λεφτά. Λέγανε μάλιστα ότι έφτασε να είναι ένας απ’ τους πλουσιότερους της περιοχής του, στον Λαγκαδά.

Μια ανοιξιάτικη μέρα που αποφάσισα να βγω απ’ το καβούκι μου και βρέθηκα να βολτάρω στην παραλία, με πλησίασε ένας λαχειοπώλης.

«Δεν αγοράζω ποτέ λαχεία», του είπα κάπως απότομα χωρίς να τον κοιτάξω.

«Γιατί σύντροφε;» Ρώτησε εκείνος και τότε γύρισα και αναγνώρισα τον Φωτάκη.

«Τι συμβαίνει Φώτη; Έμαθα ότι είχες πιάσει την καλή που λέμε. Τι έγιναν τα εμπόρια;»

«Ο καπιταλισμός σύντροφε», απάντησε «είναι νόμισμα με δυο όψεις. Εύκολα μπορείς να κονομήσεις όπως πάλι πολύ εύκολα να μείνεις στον άσσο».

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι και μου αφηγήθηκε όλες τις επιτυχίες που είχε με το εμπόριο και πως κατάφερε μέσα σε πολύ λίγο χρόνο να γίνει μεγαλέμπορος του σταριού. «Με βοήθησε πολύ η τύχη, για να λέμε και του στραβού το δίκιο Σταυρό. Όμως και η ατυχία καραδοκούσε για να μου θυμίσει κάποια στιγμή ότι ο αέρας είναι ο χειρότερος σύμβουλος του άνθρωπου. Είχα πάρει πολύ αέρα και νόμιζα ότι θα κατακτούσα με το χρήμα όλο τον κόσμο».

«Τι έγινε τελικά και τα έχασες όλα;» ρώτησα γεμάτος περιέργεια και ίσως λίγη κακεντρέχεια, διότι πρέπει να ομολογήσω ότι από μέσα μου ένοιωσα τρομερή χαρά που ο Φωτάκης βούλιαξε.

«Καλό το στάρι αλλά δεν αφήνει μεγάλο διάφορο κι εγώ βιαζόμουν να γίνω Κροίσος. Γύρισα όλα μου τα λεφτά στα καπνά και φόρτωσα ένα καράβι για Νορβηγία. Μόλις το ρημάδι γύρισε απ’ το Γιβραλτάρ για τα βόρεια, έπεσε σε τρομερή κακοκαιρία και βούλιαξε αύτανδρο που λέμε. Το φορτίο δεν το είχα ασφαλίσει απ’ την απληστία μου να κερδίσω όσο το δυνατόν περισσότερα και να’μαι τώρα να πουλάω λαχεία». Αυτά είπε και χωρίς άλλη κουβέντα σκώθηκε να φύγει. Έκανε καμιά δεκαριά βήματα και γύρισε προς το μέρος μου.

«Το νόμισμα του καπιταλισμού έχει δυο όψεις», επανέλαβε και συνέχισε να ρωτάει τους περαστικούς αν ήθελαν ν’ αγοράσουν λαχεία.

Ο Φωτάκης βέβαια τώρα που το σκέπτομαι δεν είναι ούτε ο πρώτος αλλά ούτε κι ο μοναδικός που δοκίμασε την γοητεία και την ασκήμια του καπιταλισμού.

Στο μεγάλο αμερικανικό κραχ του 29 αμέτρητοι ήταν εκείνοι που είχαν μεθύσει με τις επιτυχίες τους και δεν περίμεναν ότι οι καλές μέρες έχουν και τις ανάποδές τους και βρεθήκαν πολλοί απ’ αυτούς να πηδούν απ’ τα παράθυρα των γραφείων τους στους ουρανοξύστες.

Σήμερα πάντως που μέσα απ’ αυτή την τρομερή οικονομική κρίση που βιώνει ο κόσμος μας, μου κάνει εντύπωση που ο εργαζόμενος λαός δεν ξεσηκώνεται ν’ ανατρέψει τον καπιταλισμό. Το σύνθημα «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε», μοιάζει με το κεντημένο καλημέρα πάνω απ’ το νεροχύτη της μάνας μου. Ίσως η απάντηση του Φωτάκη στον καθοδηγητή τότε στην εξορία να μην είναι μια αστεία κουβέντα αλλά μια μεγάλη αλήθεια, με μόνη διάφορα ότι τα τρία δισεκατομμύρια τότε έγιναν επτά δισεκατομμύρια τώρα.

Ο καπιταλισμός λοιπόν ζει και βασιλεύει, διότι επτά δισεκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σπάζουν το κεφάλι τους για το πως θα τα κονομήσουν.

Ο Μαρξ κατάντησε πια ντεμοντέ.

Εγώ πάντως πιστεύω ότι μια μέρα θα δικαιωθεί διότι ο σοσιαλισμός στοχεύει στην ανθρωπιά, ενώ ο καπιταλισμός στο κέρδος.

Ίσως να γίνομαι λίγο γραφικός όταν επιμένω σ’ αυτού του είδους τις εμμονές… Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι αν απαρνηθώ την ιδεολογία μου, απαρνιέμαι και όλη μου τη ζωή. Είναι σαν να πέθανα απ’ τα δεκαπέντε μου, όταν όρμησαν στο σπίτι μας οι ασφαλίτες και με συνέλαβαν για «ανατρεπτική δραστηριότητα», όπως αποκαλούσαν τότε και αποκαλούν ακόμα και σήμερα, τον αγώνα για μια δικαιότερη κοινωνία.

(Πηγαίνει στο μεγάλο τραπέζι και βάζει νερό απ’ την κανάτα. Πιάνει και πάλι το στήθος του και κάνει μια έντονη γκριμάτσα πόνου, ενώ λυγίζει το σώμα του. Με κόπο πάει στο ραδιόφωνο κι ανοίγει την ένταση. Ο εκφωνητής αναγγέλλει ότι ακολούθουν ειδήσεις. Με πολύ κόπο τραβάει μια καρέκλα της τραπεζαρίας και κάθεται στητός με το χέρι ακόμη στο στήθος. Αδύναμη ακούγεται η φωνή του).

Η καρδία…. Είχε δίκιο η Αγγελική… Πρέπει να με δει γιατρός….

(Απλώνει με κόπο το χέρι του και παίρνει το γαρίφαλο απ’ το ανθοδοχείο. Το κρατάει με το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Η φωνή του ακούγεται βραχνή κι αδύναμη)

Κόκκινο…. Γαρίφαλο….

Κόκκινο γαρίφαλο…… Ελπίδες… να ….. κρατάς…..

(Δεν ολοκληρώνει. Το σώμα του γέρνει σιγά σιγά μπροστά και αργά αλλά βασανιστικά σωριάζεται στο πάτωμα κουλουριασμένος. Η πόρτα ανοίγει απότομα και εμφανίζεται χαρούμενη η Αγγελική).

ΑΓΓΕΛΙΚΗ. (Χαρούμενα). Φεύγω. Πάω σινεμά με το αμόρε μου όπως…. (τώρα τον βλέπει κουλουριασμένο στο πάτωμα και τρέχει κοντά του)…. Κυρ Σταυρό… Κυρ Σταυρό μου… Τι έπαθες; (Σκύβει πάνω του και τον γυρίζει ανάσκελα. Το μπατσίζει ελαφρά… τον κτυπάει πολλές φορές στο στήθος, αλλά καταλαβαίνει ότι είναι όλα μάταια. Βάζει τα δάχτυλα της στην καρωτίδα του και ξεσπάει σε κλάματα. Από το ραδιόφωνο ακούγονται οι ειδήσεις. Εκείνη την ώρα αναφέρεται μια είδηση της τελευταίας στιγμής, όπως λέει ο εκφωνητής).

ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ… Μόλις έγινε γνωστό ότι πυροβόλησαν και σκότωσαν τον υφυπουργό παιδείας κύριο Δημήτρη Αυγερινό σε κεντρικό δρόμο της Θεσσαλονίκης…….

Μια κραυγή πόνου και απελπισίας βγαίνει απ’ τα σωθικά της Αγγελικής, ενώ πέφτει η αυλαία.

ΤΕΛΟΣ